Προσπαθούσα να κρεμάσω μία κουρτίνα με κοχύλια,  ξέρεις αυτές που κρεμάνε στις πόρτες συνήθως στα εξοχικά; ε…
 
πέραν του ότι γέμισα κόκκινο μανό όλους τους τοίχους, άνοιξα και τρύπες ολούθενες, αφού είμαι άχρηστη, χτύπησα και το δάχτυλό μου με το σφυρί, μετά βρήκα μία ωραία πόρτα και λέω εκεί θα το βάλω -και πάνω που το κρέμασα, (αστερίσκο εδώ να σου πω μετά *) και το καμάρωνα πάω ν’ ανοίξω την πόρτα να δω πώς φαίνεται και η πόρτα άνοιγε προς τα μέσα όχι προς τα έξω, δηλαδή μου ήρθε η κουρτίνα στο κεφάλι, χωρίς υπερβολή πάει και το μανικιούρ μου, ναι ναι,  είμαι άχρηστη θα πρέπει να παντρευτώ κάποιον που να ξέρει από ηλεκτρολογικά και μερεμέτια, αλλιώς το σπίτι μου θα είναι γιαπί εις τον αιώνα τον άπαντα, πάμε στον αστερίσκο τώρα, όσο κάρφωνα, καθότι και πολύ πυροβολημενο κορίτσι παρά τα τριάντα που πλησιάζω, έκανα παραλληλισμό του καρφώματος με τις ανθρώπινες σχέσεις και έλεγα – παίρνεις μία κουρτίνα που έκανε σαράντα ευρώ και την ερωτεύτηκες από τη βιτρίνα, μα τελικά είναι πλαστικούρα και δεν θα έκανε στη λαϊκή πάνω από πέντε ευρώπουλα, αλλά γουάτ δε χεκ που λεν κι αμερικάνοι, και την φέρνεις σπίτι σου και λες, που να τη βάλω να τη βλέπουν όλοι, μα όλοι, και βλέπεις ένα σημείο και πας να τη βάλεις και καρφώνεις τσακ τσακ τσακ, και πάνω που λες το καρφί μπήκε και είμαστε οκ, πέφτει κάτω ασβέστης και ο τοίχος μαδάει, άκυρο δηλαδή κι είσαι με την κουρτίνα στο χέρι που στην ουσία (στην παρομοίωση ντε), είσαι εσύ και ψάχνεις και γυρνάς και αφήνεις παντού μανό και τρύπες, την ψυχή σου δηλαδή και τα χαλάσματα και τελικά βρίσκεις ένα σημείο που δεν ήταν η πρώτη σου επιλογή και στέκεται, και όντως δεν βολεύει αλλά λες είναι δικό μου κατόρθωμα, η επιλογή μου η κουρτίνα και η τρύπα μου, φτου μου- κι ας μου πήρε ένα δάχτυλο, τρία κόκκινα νύχια, δύο βρώμικους από μανό τοίχους και κάμποσες τρύπες.

Και τώρα μπορείς αρχικά να πάρεις ανάσα, το παραλήρημα τελείωσε και να μου πεις πόσο ηλίθια είμαι, δεν κρατάω κακία. 

Υ.Γ τα σχόλια τα αφήνω κλειστά επειδή δεν θέλω να σε υποχρεώνω να σχολιάζεις την κάθε μπούρδα που ποστάρω – κι όχι επειδή “το παίζω ιστορία”. Υπάρχουν και τα mail όμως. Έννοια σου, στο επόμενο κείμενο θα τα έχω ανοιχτά, θα βγάλεις το άχτι σου βρίζοντάς με εκεί.  

Μου λείψατε βρε!  

:)

 

rainyheart.jpg

 

Πήρα την εφημερίδα κι άρχισα να τη διαβάζω αντίστροφα, από το τέλος στην αρχή. Το ραδιόφωνο κλειστό και ένα φωτάκι μόνο αναμμένο. Ένα ψαλίδι κρατούσα στα χέρια μου για να κόβω τις καταχωρήσεις που μ’ ενδιέφεραν. «Βρείτε τη χαμένη σας ζωντάνια», υγρός σίδηρος για να ξαναβρώ τη μνήμη, την ισορροπία και δύναμή που η σιδηροπενία χρόνια μου στερούσε, η Μάρθα Φριτζήλα στο Μετρό, ο Γούντυ Άλεν στο Badminton. Κόβω και συλλέγω αποκόμματα. Συνεχίζω το ξεφύλλισμα και συναντώ τους Κατσιμίχα, λίγο πιο ‘κει ο Πιλαλί και ξάφνου οι Λεύκες και το Εν Αιθρία. Όλα μαζί σε τέσσερις σελίδες. Ένας χρόνος στοιβαγμένος σε τρεις σελίδες εφημερίδας που διανέμεται δωρεάν. Ένας χρόνος στριμωγμένος σε λίγα βράδια, δώδεκα μήνες συμπυκνωμένοι στις πιο έντονες στιγμές..

 

Αυτά κρατάει η μνήμη μας. Τον καθρέφτη που έσπασα κλωτσώντας όταν με ακολουθούσε με το αυτοκίνητο, τα κλάματα μας συντονισμένα με τις επιλογές ενός παραγωγού του Δίεση, την αγωνία να λειτουργήσει ο θερμοσίφωνας κι εκείνος ποτέ να μην ανάβει.

 

Πάει να σπάσει το κεφάλι μου. Είναι οι αναμνήσεις που μαλώνουν ποια θα είναι η πρωταγωνίστρια απόψε. Μαλώνει η λήθη με τη μνήμη όπως λέει η ποιήτρια. Ή όπως γράφει ο δικός μου ποιητής, οι ημικρανίες δεν είναι ο τρόπος να τιμωρώ τον εαυτό μου, όσο ο τρόπος να ξεφεύγω από την πλήξη και να ζω, υποσυνείδητα, έντονα.

Λες ε;

 

Η Μ. Κάραλη έλεγε για τον εαυτό της ότι είναι μια κατατονική γυναίκα με εξάρσεις ευτυχίας και ζωτικότητας. Εγώ δεν ξέρω αν είμαι το ίδιο ή το αντίστροφο, έχω μέσα μου φυτεμένη τη χαρά και τη θλίψη και πότε η μια ανθίζει πότε η άλλη. Είμαι άνθρωπος υψηλών εντάσεων λες και στη μπονάτσα ανακατεύομαι. Θέλω μποφόρ για να ισορροπήσω.

 

Έτσι θα’ ναι αφού το λες. Ξέρεις τι είμαι κατά βάθος; Ένα πρόσωπο χωρίς αντικατοπτρισμό. Με αυλακιές από τα γέλια και τα δάκρυα μα δίχως είδωλο. Αν σ’ εμένα βλέπεις την πάλη της νύμφης με την πεταλούδα, είναι γιατί στα μάτια σου αυτή η βία λαμβάνει χώρα. Κι εγώ ένα βλέμμα ψάχνω να τρυπώσω. Κι αυτή τη φορά να μείνω, μη φοβηθώ.

 

Τι φοβάμαι μη ρωτήσεις. Αφού τα ξέρεις και εσύ. Τη φθορά, τον χρόνο, το φιλί που δεν ξέρεις αν θα είναι το τελευταίο. Τις μυρωδιές που και χρόνια μετά σε ταξιδεύουν. Τη στιγμή που ο έρωτας γίνεται αγάπη, η αγάπη συνήθεια και η συνήθεια αφορμή για νέα ταξίδια.

 

«Εκείνο που του ζητούσα με την εξαφάνισή μου ήταν εγκατάσταση. Κυριαρχείς πάνω στον άλλον, καταργώντας τον με μια φυγή» έγραφε η Μαλβίνα. Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι που έτσι τον λογίζουν τον έρωτα. Αγώνα, μάχη, πόλεμο. Και τι είναι στ’ αλήθεια αυτό το μαγικό συναίσθημα; Γιατί πρέπει να είναι επικίνδυνος και εγκληματικός για να σε συναρπάζει; Γιατί πρέπει να θυμίζει προδοσία και αρρώστια για να σε κυβερνά; Γιατί καταλαβαίνεις μόνο στην απώλεια αυτό που χρόνια είχες; Μόνο ο δύσκολος κι ο επικίνδυνος μπορεί να λέγεται έρωτας; «Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ» .

 

Δεν έχει νόημα αυτό το κείμενο. Είναι λόγια που μου υπαγορεύει το σφυροκόπημα στα μηνίγγια από τον πονοκέφαλο που με βασανίζει ώρες. Δεν θα υπάρξει επίλογος. Ένα υστερόγραφο μόνο. Όπως πάντα.

Υ.Γ Να μη γλείφω εκεί που φτύνω.

 

tania.jpg

 

Κοντά στα κύματα θα χτίσω το παλάτι μου
θα βάλω πόρτες μ’ αλυσίδες και παγώνια
και μέσ’ στη θάλασσα θα ρίξω το κρεβάτι μου
γιατί κι οι έρωτες μου φάγανε τα χρόνια

Ξυπνάω μεσάνυχτα και ανοίγω το παράθυρο
και αυτό που κάνω ποιος σου το ‘πε αδυναμία
που λογαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο
και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία

Να κοιμηθώ στο πάτωμα να κλείσω και,
να κλείσω και τα μάτια
γιατί υπάρχουν κι άτομα
που γίνονται κομμάτια…

-κλικ-

 

Υ.Γ Την ώρα που έγραφα αυτές τις σειρές, άρχισε να παίζει το τραγούδι στο ραδιόφωνο. Οκ, είναι οιωνός, τη Δευτέρα εκεί.-

Το άρθρο προστατεύεται με συνθηματικό. Για να το δείτε, πληκτρολογήστε το συνθηματικό παρακάτω:


 

moi.jpg

Σου έχω μιλήσει ποτέ για τη διαστροφή του Σαββάτου; Για το σύνδρομο ‘Ερμού’;

Ε άκου. Βάζω ξυπνητήρι στις επτά. Έτσι, όταν χτυπάει, έχω την ψευδαίσθηση ότι πρέπει να ξυπνήσω και να πάω στο γραφείο. Όταν ακούω το σπαστικό πλέον λόγω καθημερινής αφύπνισης ‘In the morning’ (των Coral νομίζω), λέω τις τέσσερις στάνταρ λέξεις του πρωινού μου ρεπερτορίου τέσσερα χρόνια τώρα ‘όχι ρε πούστη μου’.

  Σε δευτερόλεπτα  κι ενώ γίνεται η μετάβαση από το όνειρο στην πραγματικότητα , συνειδητοποιώ ότι είναι Σάββατο και ότι δεν έχω τίποτα απολύτως να κάνω με αποτέλεσμα να κουκουλώνομαι ευτυχισμένη στο κόκκινο πάπλωμα. Η δεύτερη διαστροφή είναι ότι φροντίζω, ανεξαρτήτως καιρού, η θερμοκρασία να είναι τέτοια στο δωμάτιό μου ώστε να απαιτείται σκέπασμα χοντρό. Κακά τα ψέματα, αν δεν κρυώνεις κι αν δεν έχεις κάτι να κάνεις ώστε να παρακαλείς να ακυρωθεί, τον πρωινό σου ύπνο δεν τον χορταίνεις.

Σήμερα η μέρα μου ξεκίνησε στις δύο το μεσημέρι. Το πρώτο χασμουρητό και το άνοιγμα των παραθύρων. Πλακώθηκα στα τηλέφωνα και τις μπουγάτσες και κατέληξα (σε επτά λεπτά τώρα με το μετρό) στον πιο πολυσύχναστο δρόμο της πόλης. Φρου φρου κι αρώματα, φούστες και καμπαρτίνες. Πήρα και ρολόι. Δέκα χρόνια έχω να βάλω ρολόι στο χέρι μου. Λες και ξαφνικά μ’ ενδιαφέρει το μέτρημα του χρόνου.

Νομίζω ότι όλη τη βδομάδα γι’ αυτό το Σάββατο τη ζω. Για τους φίλους που θα δω, για το οικογενειακό τραπέζι και τη μάχη με το τηλεκοντρόλ, για τις καυτερές πιπεριές της μάνας μου, τα ‘πότε θα μας φέρεις κανέναν γαμπρό’ της θείας μου της Μαίρης, για τα ανέκδοτα του πατέρα μου και τα ‘έχω παχύνει;’   του Θεόφιλου. Τη μέρα εκείνη, ακόμη κι όταν ξυπνάω μεσημέρι, το εικοσιτετράωρο κρατάει πιο πολύ. Προλαβαίνω να κάνω φασίνα, τσατ, να κάνω το γαλλικό στο νυχάκι μου , να σάξω το μαλλί μ’ και να κάνω ντόλτσε βίτα, αυτό που λεν γλυκιά ζωή.

Που λες, γράφτηκα τούρκικα. Μου άρεσε ο τρόπος που προφέρεται το ‘ευχαριστώ πολύ’ -τεσεκιούρ εντερίμ-, το ρω το λες και γεμίζει το στόμα σου. Ξεκίνησα θεατρικό παιχνίδι, αυτοσχεδιασμό και power plate, άσχετο. Ανακάλυψα και το καφέ Αβησσυνία. Λίγο αργά, αλλά δεν βαριέσαι. Κι έτσι τα Σάββατα θα γίνουν ακόμη πιο μεγάλα.

Α! άλλαξα δουλειά. Βρήκα μια άλλη, με πιο ανθρώπινα ωράρια. Οι φίλοι μου βάζουν στοιχήματα στους πόσους μήνες θα παραιτηθώ. Δεν είναι άδικο που μου έχει βγει το όνομα; Ντόμπρα τώρα. Οι συνάδελφοί μου μιλάνε greeklish. Συνέχεια. Επίσης παριστάνουν την Αμαλία από το παρά πέντε. Καλές φαίνονται. Πρέπει να ντύνομαι σαν μανδάμ. Το πρώτο πρωινό που με είδα σε έναν καθρέφτη ενώ πήγαινα στο μετρό, δεν με αναγνώρισα με το ταγέρ και το μαλλί σαν της Καρολάιν από την Τόλμη και Γοητεία.  Κατά τ’ άλλα καλά.

 Φορτωμένη με τσάντες και με μισό μισθό λιγότερο στην τσέπη κατέληξα σ’ έναν πάγκο με βιβλία σήμερα. ‘Το ταξίδι που λέγαμε…΄ της Παπαδάκη. Άρχισα να το ξεφυλλίζω στην ουρά ενός ταμείου. Αργυρένια τη λένε την ηρωίδα.

 ‘Σε όλες τις φάσεις της ζωής μας΄, της έλεγε η αδερφή της, ‘έχουμε ανάγκη από έναν υποστηριχτή. Το θέμα είναι να εξετάζουμε  με προσοχή τα στοιχεία αυτού του υποστηριχτή. Να τον ερευνούμε εξονυχιστικά πριν του ανοίξουμε την πόρτα της ζωής μας’ (…) ‘Ε αυτό ακριβώς ήταν που δεν έκανε ποτέ η Αργυρένια. Ούτε καν τα τυπικά δεν φρόντιζε να μάθει. Πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις, τον είχε κάνει κολλητό. Και μόνο κολλητό; Αρχηγό! Οδηγητή! Όπου διέκρινε φάκα, έτρεχε μέσα να χωθεί. Να μπει μέσα, να κρυφτεί, να αιχμαλωτιστεί…

 Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το’ κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για να κρυφτούν.

 

Ήμαρτον Κύριε. Για μένα λέει;;;

 

(οποία ματαιότις…)

 

 *δεν έβρισκα άλλο τίτλο, άκουγα και ντέρτι εφεμ, πολύ θέλει ο άνθρωπος νομίζεις;

aouts.jpg

“Σήμερα που σας είδα κατάλαβα πως αυτό που έχουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση”. Έτσι μήνυσε στον Φλορεντίνο Αρίσα η Φερμίνα Δάσα στο σύντομο γράμμα που του έστειλε με την υπηρέτριά της, κι εκείνος -απελπισμένος και τρελός από έρωτα, της χάρισε μια ζωή περιμένοντάς τη, κάνοντας υπομονή πενηνταένα χρόνια, εννιά μήνες και τέσσερις μέρες μέχρι να της επαναλάβει τον όρκο της αιώνιας πίστης και παντοτινής αγάπης του.

Ήταν καλοκαίρι του 2005 όταν διάβαζα το καταπληκτικό αυτό βιβλίο του Μάρκες κι ακόμη μέσα στις σελίδες του υπάρχουν κόκκοι άμμου από τις παραλίες της Χαλκιδικής. Έχουν περάσει δύο χρόνια, ένας μήνας και δύο μέρες από τον τελευταίο όρκο παντοτινού έρωτα που έδωσα και τελικά έσπασα έναν χρόνο αργότερα.

Έχω πολλές απορίες και νομίζω πως άδικα με φωνάζουν οι φίλες Dr Ruth και Loooove Master. Αγάπη υπάρχει; Έρωτας; Μήπως τελικά ερωτευόμαστε τον αντικατοπτρισμό μας στα μάτια του άλλου; Μήπως σε κάποιες άλλες περιπτώσεις η απόρριψη λειτουργεί σαν το καλύτερο αφροδισιακό που έχει παρασκευαστεί ποτέ από καταβολής κόσμου; Μήπως άλλοτε πάλι η ανάγκη μας για συντροφικότητα ή η ανασφάλεια και η συνήθεια μας κάνουν να πιστεύουμε πως αυτό που νιώθουμε είναι έρωτας;

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο. Στον χρόνο, όχι στον χώρο. Προσδεθείτε. Καποδίστριας. Ανακαλύπτει τη θρεπτική αξία της πατάτας. Τη φέρνει στο Ναύπλιο. Την προσφέρει στους Έλληνες. Αυτοί δεν την δοκιμάζουν καν. Ώρα για στρατηγική: Εκείνος βάζει φύλακες να την φρουρούν νυχθημερόν, απαγορεύοντας σε όλους να την πλησιάσουν. Ο κλέψας του κλέψαντος! Η πατάτα γίνεται must προϊόν σε κάθε σπιτικό και από τότε την τρώμε τηγανιτή, πουρέ, βραστή, ψητή και ογκρατέν.

Όλα είναι θέμα marketing λοιπόν. Έχει να κάνει με το πώς προωθείς τον εαυτό σου. Είσαι ελεύθερος επαγγελματίας και πηγαίνεις σε συνεντεύξεις. ‘Με πόσα χρήματα θα ήσασταν ικανοποιημένος;’ ρωτάει ο εργοδότης. Πούλα ακριβά τον εαυτό σου. Σε όλα. Όσο πιο πολλά πεις, τόσο περισσότερο θ’ ανέβεις στην εκτίμησή του.

Κι ερχόμαστε στα του έρωτος και στην εισαγωγή μιας νέας έννοιας στο καθημερινό μας λεξιλόγιο: τσιτσιρίζω. Γνωρίζεις έναν νεαρό. Όμορφο, έξυπνο, καλο. Πληροί τις προϋποθέσεις για σχέση. ‘Αυτός είναι για αγάπες’ που λέει και το γουρουνάκι, οπότε τον βγάζεις από τη λίστα του ’sex only’. Βγαίνεις ένα ραντεβού μαζί του και είναι πολύ καλός για να’ναι αληθινός. Μέχρι που γελάς με τ’ αστεία του.

Το επόμενο πρωί ξυπνάς και βρίσκεις στο κινητό μήνυμά του. Σου γράφει πόσο όμορφα πέρασε και πόσο θα ήθελε να το επαναλάβετε. Χαίρεσαι αλλά σου φαίνεται ότι το παιχνίδι έτσι όπως εξελίσσεται είναι για αρχάριους ενώ εσύ θέλεις κάτι από ανεβασμένη πίστα.

Σύμφωνα λοιπόν με τους άγραφους κανόνες, δεν πρέπει να δείχνεις τι νιώθεις. Θα πρέπει να έχεις τον άλλον στο σκοτάδι για να του κεντρίσεις το ενδιαφέρον. Δεν κάνεις πλάνα για μετά από δέκα μέρες γιατί μπορεί να φρικάρει. Αν γίνει αναφορά σε πρώην καταστάσεις, αυτομάτως κλίνεται κι από τους δύο το χειρότερο ρήμα: ξενερώνω. Δεν κάνεις δώρα, δεν βιάζεσαι να κάνεις συστάσεις με τους κολλητούς σου. Περιμένεις και τον ‘παίζεις’ τον άλλον, χρησιμοποιώντας στρατηγικές που θυμίζουν τουλάχιστον λύκειο. Γιατί; Έλα ντε!

Ένας πρόχειρος οδηγός επιβίωσης σε ραντεβού: 1. στήσε τον/την τουλάχιστον δύο φορές μέσα στις πρώτες δύο βδομάδες 2. όταν σε παίρνει τηλέφωνο μην απαντάς ποτέ με την πρώτη 3. στα μηνύματα να απαντάς με διαφορά φάσης τουλάχιστον τριών ωρών 4. μη χρησιμοποιείς κτητικές αντωνυμίες 5. ε, όλα εγώ θα στα λέω;

Να σου περιγράψω ένα δικό μου ραντεβού όπως το είχα οραματιστεί πριν λίγο καιρό; Από τις φάσεις που νομίζεις ότι πρωταγωνιστείς σε ρομαντική κομεντί. Γελάς με τα αστεία του και φροντίζεις να μην ανοίξεις τέρμα το στόμα σου και φανούν τα σφραγίσματα. Πίνεις κοκτέηλ και λες ιστορίες από την εφηβεία σου (μόνο όσες σε συμφέρουν). Σε ρωτάει ‘τι θα ήθελες τώρα;’, του λες ‘θάλασσα΄ και σε λίγα λεπτά είστε αγκαλιασμένοι πλάι στο κύμα.

Θα τον έχει πιάσει κατούρημα από τα πολλά κοκτέηλ αλλά δεν θα το δείξει. Θα σου πει ‘ένα λεπτό να πλύνω τα χέρια μου’ κι εσύ θα συγκινηθείς, θεωρώντας ότι είναι πλασμένος για εσένα αν κι αυτός έχει μικροβιοφοβία όπως κι εσύ. Θα πεις αυθόρμητα ‘έρχομαι κι εγώ να τα πλύνω’ για να καταλήξετε τελικά μαζί στις τουαλέτες, οι οποίες θα είναι και κοινές.

Θα αναγκαστεί να αποκαλύψει ότι θέλει τσισάκια και σχεδόν κοκκινισμένος θα σου πει ‘με συγχωρείς’. Εσύ θα νιώσεις αμηχανία και θα τον ακούσεις να τα κάνει με δόσεις σαν να έχει προστάτη, μόνο και μόνο για να μη σε φέρει σε δύσκολη θέση με το συνεχές τςςςςς. Στις δύο μέρες θα σου έχει βγάλει χαϊδευτικό, θα σε έχει ταϊσει στο στόμα και θα έχετε ήδη χορέψει ένα τραγούδι.

Και τότε, θα αρχίσει ένας από τους δύο τις ‘ποζεριές’, τα ψαλιδάκια, τα τσιτσιρίσματα και ή το παιχνίδι θα τερματίσει, ή θα πολλαπλασιαστούν τα κανονάκια κι οι ζωές των δύο παικτών, με αποτέλεσμα ο ενθουσιασμός τις περισσότερες φορές να γίνεται φτηνοκαψούρα και κόλλημα. Μια καλή εναλλακτική τέλος πάντων ή διέξοδος στο μυαλό κάποιου με βαρετή καθημερινότητα κι ενώ βομβαρδίζεται με άσχημες ειδήσεις ή είναι εγκλωβισμένος σε ένα κακόγουστο παρελθόν. Και καταλήγεις πολλές φορές να νομίζεις ότι ερωτεύτηκες ενώ στην ουσία παίζεις κυνηγητό.

Τι γίνεται όμως όταν όλα αυτά σου φαίνονται αστεία; Όταν για σένα αγάπη είναι να γκρεμίζεις τις άμυνες, να εγκαταλείπεις τη δύναμη, να τσαλακώνεις τον εγωισμό. Όταν έρωτας είναι να θες να το φωνάξεις, να το δείξεις, να μη σε νοιάζει να εκτεθείς; Όταν έχεις μάθει να λες αυτό που σκέφτεσαι, να δείχνεις αυτό που νιώθεις, είτε πρόκειται για φιλία, είτε για σχέση; Τελικά οι νόμοι της αγοράς διέπουν όλες τις σχέσεις;

Τσακώθηκα το καλοκαίρι με την καλύτερη μου φίλη. Ήξερα ότι είναι πολύ εγωίστρια για να μου τηλεφωνήσει και της τηλεφώνησα πρώτη. Λάθος; Μπορεί. Εγώ δεν θ’ άντεχα χωρίς τη φιλία της.

Σκέψου να προσπαθείς να προσεγγίσεις χωρίς εγωισμό ανθρώπους κι αυτοί να αμφισβητούν τα κίνητρά σου. Δεν γελάς; Αλλά τελικά, εδώ που τα λέμε, αυτό που τελικά είναι αστείο, είναι να μη μπορείς να ξεφύγεις από το παρελθόν σου. Γαμώ τον συναισθηματισμό των Καρκίνων, γαμώ.

 

 

Υ.Γ1 έχω πιει τρεις ρακές, δείξε κατανόηση.

Υ.Γ2 σόρυ για τα σχόλια. Στείλε μου μέηλ αν θες. Περνάω φάση.

 

 

 

 

 

 

 

mek.jpg

Σου γράφω πάλι από ανάγκη. Δεν είναι πέντε το πρωί. Όμως , πράγματι, το μόνο πράγμα που’ χει μείνει όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ. Πέρασε κιόλας ένας χρόνος απ’ όταν σε ανακάλυψα. Μέχρι ν’ αρχίσω να σου γράφω, πόσες φορές σε επινόησα σαν άγνωστο παραλήπτη των παραληρημάτων μου, αποτυπωμένα σε θρανία, post-it, εφηβικά ημερολόγια, γραμμένα στο μυστικό αλφάβητο που εφηύρα στα δεκαέξι μου. Και πάντα τα’ σβηνα, πάντα τα’ σκιζα…

Ήθελα μωρέ κάθε μέρα να σου γράφω, όπως πέρυσι. Για όλα όσα μου συμβαίνουν. Ιστορίες χαρούμενες μα και λυπητερές. Να σου πω για την περασμένη Τετάρτη που μπήκα στο νοσοκομείο. Για τη θεία μου που μέσα στον πανικό της μ’ έκανε να ξεκαρδιστώ. Έπρεπε να κάνω εξέταση ούρων και μπήκαμε στο ασανσέρ. Θύρα έλεγε ένα πλήκτρο και το θήτα είχε σβηστεί. Ούρα διάβασε εκείνη και είπε ‘ α , να εδώ πάμε΄.

Να μοιραστώ μαζί σου το πώς γκρεμίζονται οι εγωισμοί μ’ ένα τηλεφώνημα μετά από έναν εφιάλτη και φιλίες που νόμιζες πώς χάθηκαν με μια συγνώμη και μια σφιχτή αγκαλιά γίνονται πιο δυνατές. Να σου πω για ένα απόγευμα στο καφέ Αβυσσηνία στο Μοναστηράκι που μαθαίναμε δύο Αυστραλέζες να πίνουν ούζο και να λένε ΄ώπα’.

Ήθελα που λες, καιρό τώρα, να σου γράψω για μία κοπέλα, την Άννα. Ήθελε να κάνει τατουάζ τα αρχικά Μ.Ε.Κ στον δεξιό καρπό της. Μην Εμπιστεύεσαι Κανέναν. Έτσι μου έλεγε και με κοιτούσε καρφωτά στα μάτια λες και το’ δινε ευχή και κατάρα. Παράδοξο, το έλεγε σ’ εμένα που έχω έξι επιστήθιους φίλους κι ωστόσο γράφω και σ’ έναν άγνωστο μια φορά τον μήνα, τις περισσότερες φορές, μονολογώντας δίχως να του επιτρέπω να μου απαντήσει, καλή ώρα.

Έτσι μου έλεγε στα κοπελίστικά μας, μικρά που ήμασταν δηλαδή κι αναρωτιόμουν , τι έχει περάσει αυτό το κορίτσι και σκέφτεται έτσι, εγώ θέλω την χαρά μου να τη φωνάζω να τη μαθαίνουν όλοι, στη λύπη μου να λερώνω τα μπλουζάκια των φίλων μου από τη μάσκαρα έτσι όπως κλαίω γοερά στον ώμο τους. Τελευταία φορά που την είδα μου είπε ‘σε κλείνω στις προσευχές μου Αργυρένια’ κι ήταν τόσο όμορφη σαν σκέψη και σαν έκφραση αυτή της η κουβέντα που για πάντα μέσα μου χαράχτηκε, τόσο που καμιά φορά σκέφτομαι πώς δεν την γνώρισα στ’ αλήθεια αλλά είναι ηρωίδα σε κάποιο από τα βιβλία που’ χω διαβάσει και μέσα από τα λίγα λόγια της μ’ έμαθε τα πιο βασικά: λίγοι θέλουν το καλό σου , μα αν ποτέ στ’ αλήθεια αγαπήσεις, προσεύχεσαι για τον άλλον πάντα καλά να’ναι, ακόμη και αν σας χωρίζουν χίλιες θάλασσες, ακόμη κι αν στη ζωή σου είναι πια ένας κομπάρσος.

Το’ ξερες εσύ ότι μια ζωή μπορεί ν’ αλλάξει σε μια στιγμή μονάχα; Εγώ τώρα το μαθαίνω. Το’ ξερες εσύ ότι η προδοσία όταν ‘συμβαίνει’ , νιώθεις τρέμουλο στα χέρια, ένα βουητό στ’ αυτιά και σε πιάνει κάτι σαν κλαυσίγελος; Δεν ξέρεις αν είναι κωμικό ή τραγικό εκείνο που βιώνεις. Κι όχι δεν μιλάω για έρωτες. Αυτοί ακόμη αργούν.

Είναι η τελευταία φορά που σου γράφω από αυτό το γραφείο. Το εγκαταλείπω. Εσένα όμως ποτέ. Έχουμε να μοιραστούμε πολλά μαζί ακόμη…

 

Υ.Γ συγνώμη για τα αναπάντητα mail και σχόλια. Χάνομαι για να ξαναβρεθώ.  Θα σας καλοπιάσω μ’ ένα τραγούδι του Μπικάκη.

(μακάρι να’ξερα πώς να το βάλω να παίζει κιόλας)

                                                                                                                                                                                                          

Αχ τώρα π’ αλλάξαν οι καιροί κι οι χρόνοι περασμένοι,
πες μου αν θυμάσαι τα παλιά που’ μαστε αγαπημένοι.
Τα πρώτα καρδιοχτύπια μας,τα κοπελίστικά μας,
αχ που πρωτοσαϊτεψε έρωτας την καρδιά μας.

Κι είχαμε μόνο ένα καημό,πότε θ’ ανταμωθούμε,
εις τα κρυφά να σμίξομε τα πάθη μας να πούμε.
Όμορφα χρόνια ξέγνοιαστα χωρίς καημούς και πάθη,
μοναδικό μας βάσανο ήτονε η αγάπη.

Και γράφαμε το σ’αγαπώ στα περπατήματά μας,
στα δέντρα το σκαλίζαμε μαζί με τ’όνομά μας.
Κι όταν σε πρωτοφίλησα που μου’πες φοβισμένα,
πως μ’αγαπάς και πεθυμάς να ζήσεις με τα’ μένα.

Και ξεκινήσαμε μαζί τσ’αγάπης τα τερτίπια,
έρωτες,γέλια και χαρές,λαχτάρες,καρδιοχτύπια.
Οφού……κι όμως αλλάζουν οι καιροί,
αλλάζουν κι οι ανθρώποι.

Κι αποξεχνιούνται κι οι φιλιές κι οι έρωτες οι πρώτοι,
κι εμείς εξεχωρίσαμε και γίναμε δυό ξένοι.
Κι έμεινε η αγάπη μας,
στο χρόνο ξεχασμένη…

 

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ

:)

 

 

(ή αλλιώς, δύο εκδοχές περιγραφής των διακοπών μου)

paradeisos.jpg

Ι

Όταν ξεκινούν οι διακοπές σου κι έχεις κανονίσει να πας στην Τήλο, την Χαλκιδική και τη Σαμοθράκη, όμως τσακώνεσαι με τον ξενοδόχο λίγες μέρες πριν φύγεις για Δωδεκάνησα ή σου ληστεύουν το σπίτι ενώ έχεις μόλις φτάσει Θεσσαλονίκη…

Όταν φτάνεις στον Πλαταμώνα και την Αγία Άννα χωρίς να έχεις κάνει κράτηση, πιστεύοντας ότι σίγουρα θα βρεις ένα δίκλινο αλλά τελικά δεν υπάρχει ούτε ράντσο, με αποτέλεσμα να γυρνοβολάς σαν την άδικη κατάρα για ώρες, μ’ έναν Βάγιο κι έναν Σταύρο ως από μηχανής θεούς να σε ξελασπώνουν…

Όταν πηγαίνεις κολυμπώντας στο νησάκι της Ερεσού μεταμεσονύκτιες ώρες με την τρελή παρέα σου και κατά τύχη δεν σε κόβει σε κομμάτια το καΐκι που περνάει ξυστά σου με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

Όταν οδηγείς στα βουνά με το ανοιχτό τζιπ που έχεις νοικιάσει και τους απίστευτους φίλους σου και σταματάς στη μέση του πουθενά μόνο και μόνο επειδή διάβασες σε μία ταμπέλα ‘Μην φύγεις χωρίς να γνωρίσεις την πλατεία της Άντισσας’ για να χορέψετε τσιφτετέλι στη μέση της ασφάλτου με τη φωνή του Στράτου Διονυσίου…

Όταν μεθάς με την ευτυχία και το ούζο των άλλων, όπως κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου στην στροφή της Αγιάσου…

Όταν έχεις επιστρέψει σχεδόν μία βδομάδα, αλλά ξυπνώντας νομίζεις ότι θα ακούσεις τις φωνές του Λουκουμά και του Γουρουνακίου και θα ξεχυθείς στα σοκάκια του πιο όμορφου χωριού της Ελλάδας…

Όταν επισκέπτεσαι αυτό που πλησιάζει περισσότερο στη λέξη παράδεισος, το μαγευτικό Τάρτι και εκεί συναντάς μια από τις πιο καλές φίλες του παρελθόντος σου , που από παράξενες συγκυρίες έχασες…

Όταν τρως δύο τούμπες με το μηχανάκι αλλά γελάς μέχρι δακρύων και μετά μένεις ξαπλωμένη στην άσφαλτο να βλέπεις τ’ αστέρια να πέφτουν με τον πιο επιρρεπή σε πεσίματα οδηγό…

Όταν μόλις σε πέντε μέρες καταφέρνεις να μπεις στο παραδοσιακό top ten της θεότρελης Αγιασιώτικης παρέας και εύχεσαι όλοι οι άνθρωποι να είχαν την παιδικότητα και τον αυτοσαρκασμό τους…

Όταν χάνεσαι στην Εύβοια αλλά απολαμβάνεις το πράσινο και την παρέα, βγάζεις γελοίες υποβρύχιες φωτογραφίες με την μιας χρήσεως φωτογραφική σου μηχανή…

Όταν πηγαίνεις σε κάποιο μαγαζί Κούκου κάπου στον Άη Γιώργη και χορεύεις τσιφτετέλι τα ραπ, κάνοντας γελοίες χορογραφίες με την καλύτερη σου φίλη…

…Τότε έχεις μια μικρή, απειροελάχιστη ιδέα του πώς πέρασα τις δύο βδομάδες που μπόρεσα να ταξιδέψω… Ήταν παιδικές διακοπές. Ύπνος, θάλασσα και γέλιο.

ΙΙ

Μόλις είχα πιει την πρώτη και τελευταία βότκα της ζωής μου. Είχαμε βάλει στοίχημα πως μπορώ να την πιω μονορούφι. ‘Καμπέ’ λέγεται στα κινέζικα το αντίστοιχο του ‘άσπρου πάτου’ κι όταν κάποιος σου πει αυτή τη λέξη την ώρα της πρόποσης, λίγο πριν καταπιείς, αν εσύ δεν το πιεις όλο το ποτό σου είναι μεγάλη αγένεια. Το στοίχημα το κέρδισα μα έχασα την ισορροπία μου.

Βρέθηκα μόνη σε μία ξαπλώστρα να κοιτάζω τα φώτα της Τουρκίας απέναντι, το πρώτο βράδυ μου στη Μυτιλήνη, την πρώτη νύχτα μακριά από το άγχος της Αθήνας. Ένα γλυκό αεράκι στέγνωνε τον ιδρώτα από τον χορό και οι ήχοι από το μπαράκι μπερδεύονταν με αυτόν των κυμάτων αποτελώντας το ιδανικό soundtrack για τις διακοπές που ξεκινούσαν.

Ένιωθα ένα παράξενο μούδιασμα από το απαίσιο κατά τη γνώμη μου ρωσικό απόσταγμα δημητριακών που είχα πιει και σαν να βρισκόμουν στο μεταίχμιο ύπνου, άρχισα να σκέφτομαι με εικόνες κι όχι με λέξεις. Ο ουρανός που σαν μαύρο πέπλο κάλυπτε το υπέροχο νησί της Λέσβου συμβόλιζε ότι άφηνα πίσω: Την δουλειά που είχα αρχίσει να μισώ, ένα απροσδόκητο απογευματινό αντίο και τις μπερδεμένες με ανασφάλεια φιλοδοξίες για το ξεκίνημα του φθινοπώρου.

Κοίταξα τη σκοτεινή θάλασσα και το κύμα που έσκαγε στα πόδια μου. Θυμήθηκα την ηρωίδα στο βιβλίο που διάβαζα, την Τερέζα, να στέκεται στην όχθη του Μολδαύα και να σκέφτεται ότι η θέα του νερού που τρέχει, καθησυχάζει και γιατρεύει. Ο ποταμός κυλάει μέσα στους αιώνες και οι ιστορίες των ανθρώπων ξετυλίγονται στην ακτή. Ξετυλίγονται για να ξεχαστούν αύριο και για να μη σταματήσει ποτέ ο ποταμός να κυλάει.

Ξαφνικά ό,τι νόμιζα πως είναι σημαντικό κι ανυπέρβλητο έχασε την σπουδαιότητά του. Η φαντασία μου είχε αρχίσει να καλπάζει, υποβοηθούμενη από το μοναδικό ποτήρι βότκα που θα έπινα ποτέ κι άρχισα να σκέφτομαι τις περιπέτειες που έμελλε να ζήσω.

Κάθε στιγμή, κάθε μελλοντική ανάμνηση που δημιουργούσα σ’ εκείνο το παραλήρημα, ήταν κι ένα ασημί στρασάκι στην απεραντοσύνη που έβλεπα μπροστά μου. Σαν να είχα μια μικρή καρφίτσα και τρυπούσα τον ουρανό. Κάθε τσιμπηματάκι και μία μικρή λάμψη, μέχρι το σημείο που το βλέμμα μου γέμισε με αστέρια κι ο ουρανός έλαμπε από τις καταπληκτικές στιγμές που με περίμεναν… Πίσω από το μαύρο λοιπόν, κρύβεται το φως. Φτάνει να μπορέσουμε να το δούμε.

argiepiccola2.jpg

1978

Μια χρονιά σημαδεμένη από κοσμοϊστορικά γεγονότα. Βγαίνει στους κινηματογράφους η ταινία Superman, η ΑΕΚ παίρνει το νταμπλ, ένας σκελετός ανακαλύπτεται στα Πετράλωνα Χαλκιδικής, αρχαιολόγοι βρίσκουν τον τάφο του Φιλίππου του Β΄, γεννιέται το πρώτο ροδαλό και καραφλό μωρό.

Ο χαρωπός πατέρας του μοιράζει χιλιάρικα στις μαίες, μετατρέπει σε θερμοκήπιο το δωμάτιο της γυναίκας του και παραμυθιάζει το παιδί του χρόνια μετά πως όταν γεννήθηκε, ακούστηκε από το μεγάφωνο η πρόταση ‘σήμερα κυρίες και κύριοι γεννήθηκε το πιο όμορφο μωρό του μαιευτηρίου Έλενα’. (Ο μάρτυρας χάνει σε αξιοπιστία επειδή σε μία άλλη εξομολόγηση στο πρωτότοκο τέκνο, αφηγήθηκε ιστορίες από τη θητεία του στον πόλεμο της Κορέας ενώ το παιδί θαύμα διαπίστωσε χρόνια μετά, ότι ο εν λόγω μπαμπάς ήταν απλά φαντάρος στον Καρέα).

Πέντε αρνιά είχε στοιχηματίσει ο χαζομπαμπάς ότι το βρέφος θα ήταν κορίτσι. Η τεχνολογία την εποχή εκείνη (όχι και τόσο παλιά εδώ που τα λέμε, έτσι;) δεν ήταν τόσο προηγμένη και ο μόνος τρόπος για να ξεχωρίσει το αρσενικό από το θηλυκό από την κοιλιά της μάνας, ήταν με το τέχνασμα της αλυσίδας με τον χρυσό σταυρό, ή σύμφωνα με το κατά πόσο η κοιλιά πετάει. Η καδένα έκανε κυκλάκια από τον πέμπτο κιόλας μήνα και η κοιλιά δεν ήταν μυτερή, πράγμα που καταδείκνυε ότι η Αργυρούλα Junior ήταν καθ΄οδόν.

Τα χρόνια περνούσαν και το μελαχρινό κορίτσι μπέρδευε τους πάντες με τη συμπεριφορά του. Έπαιζε ξύλο στις γειτονιές, κουρευόταν γουλί κάθε δεύτερη βδομάδα στον κυρ Μήτσο, έκανε σούζες με τα ποδήλατα και πέταγε νεράντζια στο αγόρι που της άρεσε. Στην ηλικία των 15, κομματάκι αργά, αποφάσισε να χαρίσει τους τρανσφόρμερς και τα πλέιμομπιλ στον αδερφό της για να πάρει την πρώτη της Μπάρμπι.

Πόση επιμονή, τι ζήλος, τι σταθερότητα χαρακτήρα. Ό,τι ξεκινούσε φρόντιζε να το φέρνει εις πέρας με απαράμιλλη και αξιέπαινη προσήλωση. Κολυμβητήριο, αρμόνιο, κεραμεική, μπάσκετ, ιταλικά είναι μόνο λίγα από τα πράγματα με τα οποία καταπιάστηκε. Κι έτσι, έναν μόνο χρόνο πριν από τον τρομακτικό αριθμό αν κολυμπήσει πάνω από δέκα λεπτά σερί κινδυνεύει με έμφραγμα ή κράμπα στην καλύτερη περίπτωση, το μόνο κομμάτι που ξέρει να παίζει είναι ο Πεντοζάλης στο αρμόνιο, ότι ξεκίνησε να φτιάχνει με πηλό βρέθηκε να εκσφενδονίζεται σε κάθε εκατοστό του ταβανιού του δημοτικού εργαστηρίου , μπάσιμο είναι για εκείνη ορολογία που χρησιμοποιεί όταν κάνει χορογραφίες στην πίστα και στα ιταλικά έφτασε σε σημείο απλά να κατανοεί τα κομμάτια του Ραματζότι (ναι με τζ προφέρεται, έχω το πτυχίο μέντιο σου λέω, άκου με).

Λίγες βδομάδες πριν παραιτηθεί ξανά από τη δουλειά της, δύο χρόνια από την τελευταία φορά που πήρε καλοκαιρινή άδεια, λίγες ώρες πριν από το πάρτι που θα σημαδέψει τη νυχτερινή ζωή της Αθήνας, η γράφουσα συνειδητοποιεί ότι ολόκληρο το κείμενο γράφτηκε σε τρίτο πρόσωπο ενικού και ανησυχεί για την πνευματική της υγεία.

Χρόνια της πολλά, καλά μυαλά, καλοτάξιδη, καλοστέργιωτη, με έναν πόνο και να μην ακούσει μπούρδες του στιλ ‘του χρόνου διπλή’ και τέτοια, είπαμε: ο ουρανός καμιά φορά είναι ανοιχτός, άντε να καταλάβει ο όποιος ακούει τι εννοείτε με τον όρο ‘διπλή’ και με κάνει του χρόνου 120 κιλά.

Παραθέτω για επίλογο φωτογραφία από ένα παλιότερο πάρτι, όπου ο Λάκης μου είχε κανονίσει τυφλό ραντεβού με έναν τύπο ονόματι Σώγερ. Καλός ήταν, αλλά πολύ αδιάκριτος. Δεν είχε αφήσει τσάντα για τσάντα χωρίς να την ψάξει. Τον σούταρα και την έκανε για Αυστραλία. ‘Α να χαθείς ‘ του είπα κι αυτός το πήρε τοις μετρητοίς. Είναι ακόμη αγνοούμενος.

argiesawyerlakis_birthday.jpg

 

 

 

 

Στον ζωολογικό κήπο της Νέας Υόρκης, ένας πιτσιρίκος θέλει να ταΐσει μια
μπανάνα στον μεγάλο γορίλα. Η μάνα του δεν τον αφήνει να πλησιάσει και
τελικά, όπως γίνεται
πάντα δηλαδή, περνάει το δικό του. Όλο καμάρι ο μικρός πλησιάζει το
κλουβί του μεγάλου γορίλα με την μπανάνα στο χέρι.

Εκεί που πάει να του τη δώσει, κάνει μια ο γορίλας και χραπ αρπάζει τον
μικρό και πάει να τον φάει! Κλάματα ο πιτσιρικάς, φωνάζει και ο κόσμος,
χαμός. Εκεί γύρω ήταν σε περιπολία ο Superman, ο οποίος μόλις βλέπει τι
πάει να γίνει, επεμβαίνει αστραπιαία και σώζει τον μικρό. Πανηγύρια,
φωνές ζητωκραυγές το πλήθος που έσωσε τον μικρό. Έρχονται και οι
δημοσιογράφοι και παίρνουν συνέντευξη από τον Superman.
Πρώτος δημοσιογράφος.

- “Από ποια εφημερίδα είσαι εσύ;” ρωτάει ο Superman.

- “New York Times!”, λέει αυτός.

- “Λέγε”, απαντάει ο Superman.

- “Φοβηθήκατε όταν σώσατε το παιδί;”

- “Ναι, αλλά δεν με νοιάζει. Θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους και δεν με
νοιάζει για μένα.” έρχεται η απάντηση του Superman.

Επόμενος δημοσιογράφος.

- “Από ποια εφημερίδα είσαι εσύ;” ρωτάει ο πάλι Superman.
- “Herald Tribune!”, λέει αυτός.
- “Λέγε!”
- “Τι πιστεύετε για τα παιδιά;
-”Πιστεύω ότι είναι το μέλλον της ανθρωπότητας και ότι όλοι θα πρέπει να
φροντίζουμε για το καλό τους!” έρχεται η απάντηση.
Τρίτος δημοσιογράφος.
-”Από ποια εφημερίδα είσαι εσύ;” ρωτάει ο πάλι σούπερμαν.
-”Απ’ τον Ριζοσπάστη!” λέει αυτός.
-”Α παράτα μας, παλιοκομμούνι. Ο επόμενος.” του αποκρίνεται ο Superman.

-”Εσύ από ποια εφημερίδα είσαι; “

-”Από τη Γελλάς”

-”Εφημερίδα ζήτησα, όχι χώρα”.

-”Το ξέρω βρε σούπερ, αλλιώς θα σου έλεγα από την Ελλάδα, κλίνεται ξέρεις, πωπω η Αργυρένια θα σε απέρριπτε με τη μία, μπορεί να είσαι φάστερ δαν ε μπούλετ, αλλά να κλίνεις ουσιαστικά δεν μπορείς”.

-”Ποια είναι αυτή η Αργυρένια;”.

-”Ρε συ Κλαρκ, εχμ, Σούπερμαν, στο θέμα μας, θα κάνεις μια δήλωση; “

-”Θα μιλήσω μόνο σ’ εκείνη. Από ποια εφημερίδα είπες είστε;”.

-”Γελλάς λέμε”.

-”Εμ, με τη Γελλάς τι άλλο; Συκώτι φτιάχνεις*”.

Την άλλη μέρα γράφουν οι εφημερίδες:

New York Times: “Ο SUPERMAN ΠΡΟΤΥΠΟ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ!”

Herald Tribune: “Ο SUPERMAN ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ! ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ!”

Ριζοσπάστης: “ΕΓΚΑΘΕΤΟΣ, ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΣ ΦΑΣΙΣΤΑΣ ΣΤΕΡΕΙ ΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΝΟΤΙΟΑΦΡΙΚΑΝΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ”

 

Γελλάς: “ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ ΣΤΗΝ ΑΡΓΥΡΕΝΙΑ, Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΡ ΕΛ, ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΕΝΤΥΠΟ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΚΙ Ο ΛΕΞ ΛΟΥΘΟΡ – ΣΚΑΝΔΑΛΟ!!! “

 

 

 

 

 

* [ελληνική αργκώ. Συνώνυμα= κοιλιακούς φτιάχνεις, κατουριέσαι πάνω σου, σου φεύγει ο τάκος, θα κλάσεις απ’ τα γέλια]

parnitha.jpg

ήταν ένα όμορφο δάσος…

Πείτε ΟΧΙ σε αυτό το παραμύθι!

Κυριακή 8 Ιουλίου και ώρα 7 το απόγευμα όλοι έξω από την Βουλή. Απαιτήστε την αναδάσωση όλων των καμένων εκτάσεων μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες. Απαίτησε δράση τώρα.

Μην μείνεις άπραγος αυτή την φορά. Πες το σε όλους.

Κατέβα στους δρόμους στην πιο μαζική συγκέντρωση για το περιβάλλον.

lui.jpg

Σε ζωντανή σύνδεση με το γήπεδο της μπλογκόσφαιρας όπου μπλογκσποτάδες και γουόρντπρεσάδες τρέχουν γύρω από τη χρυσή θεά. Βρισκόμαστε στο 18′ πριν από τη λήξη του νέου αυτού μπλογκοπαίχνιδου και το σκορ είναι ακόμη 0-0. Μετά από μία εντυπωσιακή κεφαλιά πάσα στη γράφουσα και ω, τι παράδοξο , σχολιάστρια επίσης του αγώνα από τη μοναδική aa-duck, η μπάλα χάνεται με αποτέλεσμα να καταλήξει στην Άντα Φτυς. Εντυπωσιακή κλειστή ντρίπλα στoν γκολ κίπερ κυρίες και κύριοι κι έχουμε το 1-0. Η μπάλα τώρα στα πόδια της Nosy Parker, κοιτάξτε την πως ελίσσεται , είναι μοναδικό, μοιάζει με σίγουρο γκολ έχει σκοράρει ήδη μία φορά σε αυτή την αγωνιστική με το δεξί, άλλη μία με το αριστερό, τώρα βλέπουμε το κεφάλι της έτοιμο για όλα, ετοιμάζεται για το πρώτο χάτ τρικ της καριέρας της, μπαίνει στην μικρή περιοχή και πλασάρει σ’εμένα, εγώ αρχίζω όμως τα ψαλιδάκια και τις τζιριτζάντζολες, το πλήθος αβέβαιο για την εκτελεστική μου δεινότητα φωνάζει ουυυυ, εγώ δεν μασάω και κατευθύνομαι προς τα δίχτυα:

Θέμα έκθεσης: Ο ιδανικός άνδρας!
Λέξεις: ε γύρω στις 350, μην το ξεφτιλίσουμε πάλι 
(σιγά μην τα καταφέρω)
Ώρα: δεν περνάει η ρουφιάνα…
 

Τον ιδανικό άνδρα, τον τέλειο σύντροφο κάθε γυναίκα τον φαντάζεται διαφορετικά. Εξαρτάται από τα βιώματά της, το ζώδιο και τον ωροσκόπο της (kidding), τις σαπουνόπερες που έβλεπε σαν παιδί και τα άρλεκιν που διάβαζε. Τώρα αν στην εφηβεία της ξόδεψε πολλές ώρες σε Dvd με πρωταγωνίστριες τη Μεγκ Ράιαν ή τη Σάντρα Μπούλοκ, τα πράγματα αρχίζουν και ζορίζουν. Μόλις τριανταρίσουν οι περισσότερες κοπελιές συνειδητοποιούν ότι άδικα ψάχνουν για τον Ριτζ της Τόλμης και Γοητείας ή ότι αυτός που πιάνει τόπο στον κρεβάτι τους δεν είναι ο υπέροχος άνδρας με το σμιλεμένο κορμί και τα υγρά, εκφραστικά μάτια που φανταζόντουσαν σαν έφηβες.

Κάθε θηλυκό λοιπόν μεγαλώνει με την ψευδαίσθηση ότι κάποιο αρσενικό εκεί έξω της αντιστοιχεί. Ότι η μοίρα τους είναι συνδεδεμένη και μία μέρα των ημερών θα σμίξουν. Αρχίζει από μικρη να τον πλάθει με τη φαντασία της. Έχει, λέει, πράσινα μάτια, κοιλιακούς πάνω στους οποίους μπορείς να παίξεις από τρίλιζα μέχρι sos και ζώα, φυτά, πράγματα, οδηγεί jeep, έχει μεταπτυχιακά κι έχει ζήσει στο εξωτερικό, ξέρει να χρησιμοποιεί τριτόκλιτα επίθετα και δεν σου λέει ‘το ατυχής συμβάν’, έχει άσπρα δόντια και διδακτορικό στο Κάμα Σούτρα χωρίς όμως να είναι λιγούρης ή πέφτουλας.

Η Μαρία, η γυμνάστριά μου, κατά τη διάρκεια ενός power plate, μου είπε ότι είναι μόνη (θεά, 26 χρονών, σώμα από πέτρα -για την καρδιά δεν βάνω όρκο-και πωπό που κοιτάει τον Θεό) ενώ είναι τόσο απλά αυτά που ζητάει : ΄έναν 30άρη, ορφανό, μοναχοπαίδι, με πολλά λεφτά, μεγάλο ματζαφλάρι και αφοσίωση στο πρόσωπό μου’. Τα λόγια της, έτσι; Επί λέξη!

Κάθε Μαρία και μία άλλη ιστορία, μία άλλη λίστα από ‘θέλω’, άλλα πιο ρομαντικά κι άλλα πιο φτηνά κι εκχυδαϊσμένα. Όλες όμως με ένα πρότυπο στον νου, με μία θολή εικόνα στο μυαλό για το πώς τον φαντάζονται.

Τελικά εκείνος δεν έρχεται ποτέ, πολύ απλά επειδή δεν υπάρχει κι έτσι προκύπτουν νευρώσεις, μανιοκαταθλίψεις και λήψη χαπιών, πιστωτικές κάρτες που έχουν ξεπεράσει κάθε όριο, προσθετικές βυζιού, μαλλιών, τατουάζ, γκόμενοι άγριοι, ήμεροι κι εφήμεροι, μα κι άλλα κουλά που κάθε γυναίκα πιστεύει ότι θα της τονώσουν το ηθικό ενώ εκείνη παλεύει με τα απωθημένα της.

Η Άννα Βίσση ήταν η μόνη συνειδητοποιημένη, αυτός που περιμένω, έλεγε τότεΣ, δεν παριστάνει κάτι, είναι ένα ανθρωπάκι, όπως είμαστε όλοι μας. Κι είχε καταλάβει η γιαγιά της ποπ (με το μπαρδόν σε βισσίτσες και βισσίτσους, τρισμέγιστη την βρίσκω) ότι δεν υπάρχει ιδανικός άνδρας. Υπάρχει ιδανική στιγμή για έναν άνδρα. Τον πιο σούπερ να γνωρίσεις, αν είσαι κολλημένη, απασχολημένη, κουρασμένη ή ο,τιδήποτε σε -μένη, δεν θα τον αναγνωρίσεις. Θα σου φύγει.

Και τώρα επίλογος, εντάξει. Πώς τον φαντάζομαι εγώ; Εγώ μια φορά είδα κάποιον και λαχτάρησα. Ήμουν στην προηγούμενη δουλειά, πέρασε από μπροστά μου και μου ‘πεσε η τσίχλα από το στόμα έτσι που το άνοιξα. Πήρα μια φίλη μου και της είπα ‘έχω μπροστά μου σωσία του Τζώνυ Ντεπ΄. Καλή η βιτρίνα του, πολύ πάθος, χάλια η ουσία του, πολύ λάθος.

Τι να τις κάνεις τις φάτσες; Σε δέκα χρόνια (αν αντέξει τόσα η σχέση) είτε κοιτάς αυτόν, είτε τη μάπα σου το ίδιο θα είναι. Το θέμα είναι να τον κοιτάς και να θες να του πεις ‘αγάπη μου’ με την ίδια γλύκα που του το έλεγες κάποτε. Να μεγαλώνετε μαζί, να εξελίσσεστε παρέα. Δύο άνθρωποι που σμίγουν στα 25 δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που θα απογίνουν στα 36. Το θέμα είναι αυτά τα έντεκα χρόνια να τα ζουν χέρι-χέρι. Να μην ξυπνήσουν άγνωστοι στο ίδιο στρώμα.

Ζούρι, πιάσε έναν μελαχρινό γύρω στο 1.80. Να με περνάει λίγο, να είναι 30+. Να είναι μάγκας. Να ανέχεται την κυκλοθυμία μου. Να μην παρεξηγεί την κοινωνικότητά μου. Να είναι ακομπλεξάριστος. Να μην είναι ζηλιάρης και κτητικός. Να έχει εμπειρίες. Να είναι ο εαυτός του. Να του αρέσουν οι ζουμπουρλές. Να μην είναι λιγούρης.

Τι; Σου τελείωσε; Φακ! Πάω να πνίξω τον πόνο μου στο άις τι λεμόνι.Και τώρα κυρίες και κύριοι ένα ωραίο φαλτσαριστό σουτ στέλνει τη μπάλα στην δεξιά γωνία της ΜισιρλούΣ και της Τσάρτι. Μπορεί να μην μπει το γκολ, αλλά θα πούμε όλοι Lol.

Ο αδερφός μου ετοιμάζεται για την απογευματινή του έξοδο, ενώ εγώ και η κολλητή προσπαθούμε να κοιμηθούμε. Πάνω που γλαρώνουμε μπαίνει στο δωμάτιο για να μας ζητήσει να του γυρίσουμε τα μανίκια από το πουκάμισό του. Ερωτικό τραγούδι ακούγεται στο ραδιόφωνο, εκείνος μελαγχολεί, κάθεται στον καναπέ και παίρνει ύφος ταξιδιάρικο.

Εμείς γελάμε μαζί του, τον ρωτάμε, τη Μαρία σκέφτεσαι πάλι, ε; Θα το κατεβάσεις τώρα από το internet και θα το ακούς στο repeat καμιά βδομάδα;

- Φταίει το μεγάλο στήθος της που μου έκρυψε το ήθος της, λέει εκείνος κι αναστενάζει.

-Αμάν πια! Χάνει την ψυχραιμία της η φίλη μου. Άλλη μια φορά ν’ ακούσω για αυτή τη Μαρία, αν ποτέ την πετύχω στον δρόμο θα τη γαμήσω!

-Πίστεψε με κι εγώ το ίδιο θα κάνω, λέει εκείνος.

Εγώ εν τω μεταξύ έχω χάσει τον ύπνο μου, πηγαίνω να κάτσω στην κουζίνα με τη μαμά και τη θεία μου. Τυλίγουν ντολμαδάκια και συζητούν για τα βαφτίσια του μωρού της γειτόνισσας.

Θεία: Και δεν μου λες, πώς θα το βγάλουν το μωρό;

Μαμά: Βενετία μου φαίνεται…

Θεία: Βενετία! Πώς τους ήρθε;

Μαμά: Ε, τους άρεσε, τι να σου πω. Πώς να το έβγαζαν μωρέ κι εσύ; Γραμματική ή Σεβαστή σαν τις γιαγιάδες του; Το Βενετία καλύτερο είναι.

Θεία: Και γιατί δεν διάλεγαν το Πάτρα που είναι και ελληνικό;

Επόμενη στάση το καθιστικό όπου κάθεται ο μπαμπάς μου και βλέπει τηλεόραση με τον σκύλο μας Ορφέα για παρέα. Σχεδόν με το στόμα ανοιχτό παρακολουθεί τις ειδήσεις ενός νεανικού δελτίου προφανώς για να ξανανιώσει, σε κανάλι που σπάει νεύρα με τις διαφημίσεις του στα έργα.

Με κοιτάζει που κάθομαι δίπλα του, μου κλείνει το μάτι και συνεχίζει να βλέπει τηλεόραση. Το θέμα κάνει λόγο για αύξηση θερμοκρασίας και το ρεπορτάζ είναι κυριολεκτικά του κώλου. Καταλαβαίνω. Του λέω ότι σκέφτομαι πάλι να παραιτηθώ από τη δουλειά κι εκείνος δεν απαντάει, μόνο κουνάει το κεφάλι καταφατικά.

Βλέπω ότι δεν μου δίνει σημασία κι αρχίζω:

’Άσε μπαμπά, τελευταία έχω αρχίσει και παίρνω ηρωίνη, δεν είναι ότι δεν φτιάχνομαι μ’ αυτή, απλά οι ενέσεις μου αφήνουν σημάδια, θα μου δώσεις λεφτά να πάρω λίγη κόκα το βράδυ;’

- Ναι κορούλα μου, λέει αφηρημένος.

-…Ωραία, επίσης ήθελα να σου πω ότι τις προάλλες πήρα μέρος σε ένα ερωτικό όργιο, μετά από την καθιερωμένη σατανιστική τελετή της πανσελήνου και τώρα έχω καθυστέρηση, άσε που δεν ξέρω και ποιανού είναι το παιδί, θα τσοντάρεις για την έκτρωση;

-Ε; μου λέει αφηρημένος.

-Ε, γύρω στα 800 ευρώ για να το ρίξω.

-Nαι , ότι θες, ξαναλέει.

-Ωραία, μπαμπά, σκέφτομαι ν’ αλλάξω επάγγελμα, ξέρεις καμιά φορά κατεβαίνω στη Συγγρού για κανένα έξτρα χαρτζιλίκι αλλά έχω αποκτήσει πελατεία και σκέφτομαι να το κάνω φουλ τάιμ…

εξάλλου, φημίζομαι πια για τις επιδόσεις μου, είμαι γνωστή στην πιάτσα ως ο Αργυρένιος Πύραυλος.

Καμία αντίδραση. Αλλάζω τροπάριο μπας και τσιγκλήσω τα εθνικιστικά αντανακλαστικά του πατέρα μου.

-Μπαμπά, γνώρισα κάποιον και σκέφτομαι να τον παντρευτώ, είναι όμως Τούρκος. Τον ξέρεις. Δουλεύει στο μαγαζί σου, ο Οζγκούρ.

…Τίποτα. Πάμε για το δυνατό χαρτί.

-Μπαμπά, η μαμά υποψιάζομαι ότι τα’χει με τον μανάβη.

Νάδα, τίποτα, μηδέν, ζίροου. Ο μπαμπάς μου σαν υπνωτισμένος παρακολουθεί τηλεόραση και απλά μου γνέφει που και που κάνοντας ‘μμμ’.

Τότε αρχίζει ερμηνεία άξια για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου, κάνω ότι πάω να πιω νερό και πνίγομαι. Βήχω, χτυπάω το χέρι μου με γροθιά στο τραπέζι, ο Ορφέας γαβγίζει, ο ντάντι του λέει ‘κάτσε ήσυχος΄. Συνεχίζω εγώ με μεγαλύτερο πανικό, τροποποιώντας το υποτιθέμενο συμβάν. ‘Μπαμπά, κράμπα, κράμπα, σώσε με’.

-Ναι Αργυρούλα, θα σου δώσω.

(εεεε;;;)

Στις διαφημίσεις γυρνάει και μου λέει: ’φτιάξε μου ένα ελληνικό καφεδάκι τώρα που τα’παμε, ναι;’

 

Ηθικό δίδαγμα (με φωνή Μαρίας Σολωμού ενώ στριγγλίζει στη σχετική διαφήμιση): ΜΗ ΜΕΝΕΤΕ ΣΠΙΤΙ!!!

 

Όχι μη νομίζεις. Δεν μου αρέσουν και τόσο οι μονόλογοι. Κι ας μιλάω συνήθως ακατάπαυστα. Κι ας ετοίμασα κάμποσους στα 19 μου για να δώσω εξετάσεις στη δραματική σχολή του Εθνικού. Εμένα μου αρέσει ο αυτοσχεδιασμός. Πολύ. Να το ξέρεις αυτό για μένα. Κι ο διάλογος. Ακόμη κι όταν δεν μου μιλάς κι απλά δίνεις σημεία ζωής κάνοντάς μου ‘μμμμ’. Καλά είμαι. Απλά με έχει τρελάνει ο καιρός και οι υπερωρίες. Και τώρα που μιλάω μόνη, αλήθεια, εντάξει είμαι. Κάνουν πολύ φασαρία όμως οι σκέψεις στο μυαλό μου. Αν σε συναντούσα στον δρόμο μία κουβέντα θα μου έλεγες, δέκα θα σου απαντούσα. Και θα γελούσαμε. 

Θα σου έλεγα για το κορίτσι στη στάση του λεωφορείου σήμερα το πρωί. Ντυμένη ελάχιστα,  στ’ άσπρα. Πρόστυχα όμως. Μία μύγα πετούσε τριγύρω της και προσγειώθηκε στη δεξιά της γάμπα. Ο γνωστός ανεκδιήγητος παππούς της είπε ‘ έχεις μαζέψει μύγες, σκεπάσου. Θα σου μιλούσα για τους προβληματισμούς μου. Δουλεύω σ’ ένα γραφείο από τις 09.00 έως τις 21.00. Όταν βγαίνω από το κτίριο έχει νυχτώσει. Επιστρέφω σπίτι ταλαιπωρημένη πολύ ώρα μετά και δεν έχω κουράγιο για τίποτα. Οι φίλοι μου με βομβαρδίζουν με προτάσεις μα εγώ δεν έχω όρεξη για τίποτα. Όλη μου η ζωή είναι πια ένα Σάββατο απόγευμα. Και πλέον αναρωτιέμαι δυνατά αυτό που παλιότερα άκουγα και κορόιδευα: δουλεύω για να ζω ή το αντίστροφο;

Θα κουτσομπολεύαμε κιόλας λίγο. Θα σου μιλούσα για μία γνωστή μου που είχε δεσμό με έναν νεαρό για δέκα ολόκληρα χρόνια. Της έκανε σκηνές ζηλοτυπίας ακόμη και για το ότι πήγε για ψώνια χωρίς να τον ρωτήσει. Κάποτε, στον γάμο μιας φίλης της, εκείνη, η νύφη, την φώναξε στην πίστα για να χορέψουν οι δυο τους συρτάκι. Ο κόσμος τα’χασε με την ομορφιά της. Όταν πλησίασε στο τραπέζι, κοίταξε με νάζι το αγόρι της περιμένοντας κοπλιμέντο. ‘Γαμώ το σπίτι σου’ της είπε εκείνος και την τράβηξε με βία από το χέρι φεύγοντας από τη δεξίωση. 

Πέρασαν ακόμη δύο χρόνια για να τον χωρίσει, το πιστεύεις; Πήγε για πλάκα με μία φίλη της σε χαρτορίχτρα κι όταν έφτασε η σειρά της, η γυναίκα της είπε : ‘η ζωή σου είναι μαύρη. Έχεις επιλέξει έναν σκοτεινό άνθρωπο για σύντροφο και μόνο δυστυχίες σε περιμένουν’. Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν έφτασε σπίτι της, ήταν να του τηλεφωνήσει για να χωρίσουν. Κι όμως. Επειδή της το είχα πει στα χαρτιά ότι δεν της έπρεπε για άνδρας, δέκα χρόνια δεν το είχε καταλάβει.  Άρχισε τότε να βγαίνει κάθε βράδυ, να ζει μια δεύτερη εφηβεία. Σχέσεις εφήμερες και άσκοπα ξενύχτια. Ώσπου κουράστηκε. Άρχισε να της λείπει το να λογοδοτεί σε κάποιον και κάπου να ανήκει.

Γνώρισε κάποιον. Στην αρχή δεν της άρεσε, πείστηκε όμως κι άρχισε να βγαίνει μαζί του. Συνειδητοποίησαν ότι ο ένας ήταν ο έρωτας του άλλου στο νηπιαγωγείο.  Εννιά μήνες μετά ήταν γονείς. Γι’ αυτό σου λέω. Φοβάμαι ότι θα έρθει μία μέρα που τις ανασφάλειες και την ανάγκη μου θα τα ονομάσω πεπρωμένο και θ’ αλλάξω τη ζωή μου όλη. Ό,τι μέχρι σήμερα απέρριπτα τότε μπορεί να είναι η μόνη μου επιλογή και να βιαστώ να παραμυθιαστώ για να χρυσώσω το χάπι. Όπως με τη δουλειά. Κάποτε κάποιος είπε στους γονείς μου να με βάλει στο δημόσιο κι εγώ απάντησα ‘ωραία όνειρα έχετε για την κόρη σας΄. Και τι δεν θα’ δινα τώρα όμως για ένα ωράριο 07.00-15.00, για το βόλεμα. 

 Σ’ ένα θεατρικό εργαστήρι χρόνια πριν, η καθηγήτρια υποκριτικής μας πέταξε ένα κόκκινο ύφασμα στο πάτωμα. ‘Αυτοσχεδιάστε’ είπε. Μία κοπέλα το μάζεψε και το πρόβαρε σ’ έναν φανταστικό καθρέφτη σαν να ήταν νυφικό. Ένα μελαχρινό αγόρι παρίστανε ότι το πανί ήταν μηχανή και μαζί του έκανε βόλτες και σούζες. Μία άχρωμη κοπέλα σηκώθηκε μουδιασμένα, το σήκωσε από κάτω, το δίπλωσε στα τέσσερα και έκανε ότι τακτοποιεί. Όταν ήρθε η σειρά μου, έτρεξα δήθεν φοβισμένη προς το μέρος του, το μάζεψα με λαχτάρα και του ψιθύριζα ‘σώπα, σώπα’ σαν να ήταν μωρό που είχε πέσει από την κούνια του.

Η δασκάλα μου είπε μπράβο για την πλαστικότητα των χεριών και τον  πανικό που τέλεια μιμήθηκα με τις εκφράσεις του προσώπου. Τώρα, σ’ ένα αντίστοιχο παιχνίδι, φοβάμαι πως κι εγώ τραπεζομάντηλο θα έβλεπα στο κόκκινο ύφασμα. Κι εγώ άχρωμη, χλωμή και μουδιασμένη θα πήγαινα προς το σημείο που θα ήταν πεσμένο και θα το δίπλωνα τοποθετώντας το σ’ ένα αόρατο ράφι. Φαντασία ξοδεμένη. Στα σύννεφα κάποτε έβλεπα αρκουδάκια, καράβια μ’ ανοιχτά πανιά, το σχήμα της Κρήτης. Τώρα είναι άσπρα και γκρίζα βαμβάκια που κρύβουν τον ουρανό.  

Μωρέ τι λέω, ξυπνάει ο Καρκίνος μέσα μου και γίνομαι drama queen, είναι και ο τρισκατάρατος βήχας που τόσα βράδια δεν με αφήνει να κοιμηθώ, είναι και το ελεεινό σιρόπι που πίνω χωρίς συνταγή γιατρού (τους φοβάμαι στο’χω πει) και σήμερα έμαθα πως άλλοι το παίρνουν για να φτιάχνονται. Όχι ερωτικά βρε, αυτό μου έλειπε. Τι να μου πεις κι εσύ τώρα, ε; Τι;

 Γι’ αυτό κλείνω τα σχόλια, για να σε γλιτώσω από την αμηχανία. Κι εξάλλου πώς να σου απαντήσω, τα ‘χέρια μου δεμένα’ κι η φωνή από το κρύωμα και τις αλλεργίες να θυμίζει Τζένη Χειλουδάκη, στην καλύτερη περίπτωση. Work your magic! Αυτό θα μου έλεγα αν ήμουν στη θέση σας. Μα πώς με ανέχεστε, ε; Χριστέ μου, θέλω άλλες τρεις ώρες να σχολάσω!

garbo.jpg

Life would be so wonderful if we only knew what to do with it.” 

Πες τα Γκρέτα, πιάσε με από τους ώμους και τράνταξέ με που νομίζω ότι η ζωή μου θα ξεκινήσει όταν πάρω την καλοκαιρινή μου άδεια, όταν θα αγοράσω καινούριο αυτοκίνητο, όταν ξεπληρώσω τις δόσεις και παντρευτώ, όταν κάνω παιδιά κι αυτά τελειώσουν το πανεπιστήμιο, όταν βγω στη σύνταξη και πάρω το εφάπαξ. Θύμησέ μου πως ζωή είναι αυτό που βιώνω τώρα, κάνοντας όνειρα για το σαββατοκύριακο και ξεχνώντας ν’ απολαύσω τις καθημερινές, παίρνοντας λεωφορείο και μετρό ή μένοντας με το παλιό μου γκολφάκι για ώρες στο μποτιλιάρισμα, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες και εμπόδια αγνοώντας πως αυτές ακριβώς οι δοκιμασίες είναι όλη μου η ζωή. Και τώρα που μου τα’ πες και με συνέφερες, κοίτα με, πάλι στις λέξεις μου θα κρυφτώ και θα επινοήσω μια ιστορία με ηρωίδα φανταστική αντί να δημιουργήσω τη δική μου. Πες τα μου εσύ όμως Γκρέτα και που ξέρεις; Μπορεί και να σ’ ακούσω. Μέχρι τότε γράφω, ναι;  Μια φορά κι έναν καιρό…

Η βροχή είχε δυναμώσει. Περπατούσε γρήγορα χωρίς ομπρέλα και δεν υπήρχε ούτε ένα υπόστεγο για να την προφυλάξει. Της άρεσε αυτός ο ήχος. Θυμόταν μία ταινία μικρού μήκους που είχε γυρίσει για να τη στείλει σ’ ένα φεστιβάλ και το σενάριο απαιτούσε βροχή. Ήταν Αύγουστος μήνας και ο υδράργυρος πλησίαζε τους σαράντα βαθμούς Κελσίου. Έβαλε στο τηγάνι μία μπριζόλα και ηχογράφησε τον ήχο του λαδιού που έκαιγε. Η ψευδαίσθηση ήταν μοναδική. Ο ήχος έμοιαζε απίστευτα. Πολλές φορές , το φθινόπωρο που ακολούθησε με τους καύσωνες, έβαζε την κασέτα και άκουγε την χοιρινή με το λεμονάκι να ψήνεται. Έκλεινε τα μάτια της και φανταζόταν ότι είναι σ’ ένα στενό κάπου στην Παροικιά, βρέχει καταρρακτωδώς κι εκείνη περπατάει αργά κι αμέριμνα ακούγοντας τη βροχή. Τώρα βρισκόταν στη Σταδίου. Βιαζόταν για να προλάβει μία παρουσίαση βιβλίου και σκόνταφτε σε πεταμένες μουλιασμένες κούτες. Θυμήθηκε τη μέρα που έφυγε ο Στέφανος από το σπίτι. Το σημείωμα στην πόρτα του ψυγείου. ‘Δεν θα είμαι εγώ αν μείνω΄. Σκέπασε τους καθρέφτες με πανί σαν να είχε πένθος, έκρυψε όλα τα άλμπουμ και τα σουβενίρ από τις διακοπές τους σε κούτες στο μπαλκόνι κι εκεί τις ξέχασε μέχρι τα πρωτοβρόχια. Με αυτό το αίσθημα της νοσταλγίας πλησίαζε το μετρό, κι όχι τόσο για τον Στέφανο , όσο για εκείνη τη χοιρινή μπριζόλα.

Ανακατεύτηκε με το πλήθος, ακύρωσε το νοτισμένο της εισιτήριο και με τα χέρια στις τσέπες περίμενε στις αποβάθρες το βαγόνι που θα της άλλαζε τη ζωή. Δύο λεπτά ακόμη έλεγαν τα κόκκινα ψηφία στο ρολόι. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και κοίταξε τον κόσμο. Εκατοντάδες διαφορετικά πρόσωπα, ιστορίες μπλεγμένες, ρυτίδες σε ξένα μέτωπα, άλλες από τον χρόνο, άλλες από τον πόνο. Τι σκέψεις να έχει το κάθε κεφάλι, που πηγαίνουν και από πού έρχονται όλοι αυτοί. Σκέφτηκε την Αθήνα σαν μία σκηνή θεάτρου κι όλους τους ανθρώπους γύρω της κομπάρσους σε ένα απίθανο σενάριο που κανείς δεν το γνωρίζει. Μια κυρία βάζει μέηκ απ, ένα κορίτσι γύρω στα δεκαοκτώ στύβει την κοτσίδα του, ένας άνδρας καπνίζει στα κρυφά κοιτάζοντας ένοχα δεξιά κι αριστερά. Με ποιους από αυτούς έχει ξανασυναντηθεί χωρίς να το γνωρίζει, ποιοι από όλους αυτούς δεν θα ζουν σε μία βδομάδα από τώρα, πόσοι είχαν οργασμό το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Κουνάει το κεφάλι της απότομα, σαν να προσπαθεί να αποφύγει ένα μυγάκι, κάθε φορά που ο νους της πάει στο σεξουαλικό, αυτή την κίνηση κάνει για να ξορκίσει τη σκέψη. Πάνε ήδη έξι μήνες. Μισός χρόνος χωρίς ανδρικό άγγιγμα. Χαζεύει τις σταγόνες από τα ρούχα της που πέφτουν στο πάτωμα. Αυτοσυγκεντρώνεται και σχεδόν τις ακούει. Να ήταν οι σκέψεις μου, μονολογεί. Να’ταν οι πίκρες μου. Να΄ μουν ουρανός και να’κλαιγα. Μια γριά την κοιτάει απορημένη, μάλλον άκουσε το παραμιλητό της.

Το μετρό φτάνει μπροστά της, μπαίνει μέσα στο βαγόνι και στριμώχνεται ανάμεσα στον κόσμο. Βροχή εγκλωβισμένη σε υφάσματα, άνθρωποι που ψάχνουν αφορμή για να ξεσπάσουν. Κάποιος σπρώχνει, κάποιος φωνάζει, ένα μωρό κλαίει, ακούγεται μουσική από τα ακουστικά ενός νεαρού. Επόμενη στάση. Οι περισσότεροι κατεβαίνουν. Τρία καθίσματα κενά. Βουτάει στο ένα. Κοιτάζει στο τζάμι και βλέπει τον εαυτό της. Την ξενίζει η εικόνα. Σαν να ξέπλυνε η βροχή όλες τις εκφράσεις. Μαζί με το ρουζ και τα φτιασίδια, έφυγε και η υποψία χαμόγελου, ή η έκφραση που παίρνει όταν κάτι παρατηρεί, τότε που κάνει την παράξενη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια, το κινέζικο ιδεόγραμμα όπως της έλεγε εκείνος.

Κλείνει τα μάτια της. Οι κραδασμοί από το τρένο την νανουρίζουν. Δένει τα χέρια της κάτω από το στήθος και συγκρατεί με τα πόδια της το μικρό σακίδιό της. Οι φωνές σβήνουν, η φασαρία χάνεται, ακούγεται ένας ήχος όπως όταν η τηλεόραση χαλάει και κάνει χιόνια. Ένα απροσδιόριστο τίποτα που δεν σ’ αφήνει να συγκεντρωθείς. Νιώθει ένα άγγιγμα στον αυχένα της. Δεν γυρνάει να κοιτάξει. Νιώθει μία γλυκιά νύστα. Μπορεί να ορκιστεί όμως πως αισθάνεται τ’ ακροδάχτυλα κάποιου να διαγράφουν κυκλάκια στον σβέρκο της. Η αίσθηση αυτή χάνεται αμέσως. Τότε νιώθει κάτι σαν ζεστή ανάσα, σαν να της μιλάει κάποιος αλλά χωρίς ήχο και το μόνο που το μαρτυρά είναι το χνώτο και οι κοφτές αναπνοές. Σαν λέξεις πνιγμένες. Μα δεν μπορεί να δει, ούτε ν’ ακούσει.

Επόμενη στάση. Μπαίνει φρέσκος αέρας. Ακούγεται πάλι βροχή. Η θέση δίπλα της αδειάζει. Κάποιος βιαστικός την καταλαμβάνει και την ξυπνάει. Βάζει τα χέρια της στο πρόσωπο σαν να το πλένει και κρατάει τα μάτια της σφιχτά κλειστά. Ξεχνιέται και αναστενάζει. Ακούει μια ψιθυριστή φωνή. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει το νόημα. Σκόρπια λόγια, σύμφωνα και φωνήεντα χαμένα. Ξεχωρίζει μια λέξη ‘στασέρα’. Προσπαθεί μόνη της να το αποκωδικοποιήσει. Σκέφτεται ότι κάποιος πλάι της μιλάει στο κινητό του τηλέφωνο και δεν θέλει κανείς να τον ακούσει, προφανώς νομίζει πως ούτε εκείνη ακούει. Στασέρα. Μήπως είναι δύο λέξεις; Στα σέρα! Πού; Στα σέρα. Ακούει ένα πνιχτό γέλιο μα κανένα αστείο να έχει προηγηθεί και πείθεται πως όντως, η μυστηριώδης φωνή που ακούγεται αποσπασματικά είναι μέρος μιας συνομιλίας τηλεφωνικής. Δεν ανοίγει τα μάτια της. Δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπη με το ψυχρό φως του βαγονιού, της θυμίζει νοσοκομείο, της θυμίζει την κουζίνα της, την πόρτα του ψυγείου και έξι θανατηφόρες λέξεις  γραμμένες σε αυτοκόλλητο φωσφοριζέ χαρτάκι.

Επόμενη στάση η δική της. Ξεμπλέκει στα τυφλά το λουρί της τσάντας της από τις γάμπες της, κάτι που κάνει πάντα όταν μπαίνει στο μετρό γιατί είναι παραπάνω από σίγουρο ότι θα αποκοιμηθεί. Ξεμπλέκει και τα δάχτυλά της που πια έχουν μπερδευτεί με τα μαλλιά της, ανοίγει τα μάτια της και τα κλείνει αμέσως τυφλωμένη από το φως. Παρατηρεί το ζευγάρι απέναντί της. Η κοπέλα έχει επίσης αποκοιμηθεί και έχει γείρει το κεφάλι στον ώμο του καλού της, εκείνος διαβάζει ένα έντυπο και έχει ένα σβηστό τσιγάρο στα χείλη του. Δεν γυρνάει να κοιτάξει αριστερά της, νιώθει όμως με την άκρη του ματιού της κάποιον να την κοιτάζει. Άνδρας, βρεγμένος κι αυτός απίστευτα πολύ. Φαίνεται ψηλός κι αδύνατος. Δεν κρατάει κινητό, τα χέρια του είναι άδεια και τα έχει δεμένα σαν να προσεύχεται.Το βαγόνι σταματάει, οι πόρτες ανοίγουν. Σηκώνεται βιαστική και κατευθύνεται προς την πόρτα. Ακόμη δεν έχει δει εκείνον που καθόταν πλάι της, ακόμη προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει η λέξη που άκουσε. Άνθρωποι προσπαθούν να βγουν, άλλοι να μπουν, ένα χάος κι εκείνη αδύναμη δεν μπορεί να ορίσει το κορμί της. Την σπρώχνουν προς τα πίσω, την παρασύρουν μαζί τους και καταλήγει τρία βήματα πίσω ενώ ακούγεται το ηχητικό σήμα πως οι πόρτες θα κλείσουν πάλι.

Το μετρό ξεκινά κι εκείνη είναι ακόμη μέσα. Γυρνάει απεγνωσμένη και κοιτάει γύρω της σαν να μπορεί κάποιος εκεί να τη βοηθήσει μα όλοι είναι απορροφημένοι με τους δικούς τους λογισμούς. Κοιτάζει στη θέση που καθόταν πριν και βλέπει μια ξανθιά κοπέλα. Δίπλα της ένας ηλικιωμένος κύριος επεξεργάζεται το γείσο του καπέλου του. Ο άνδρας πουθενά. Κάνει στροφή γύρω από τον εαυτό της, δεν τον βρίσκει. Τίποτα γνώριμο, πουθενά τα χακί βρεγμένα του ρούχα και το θολό πρόσωπο που δεν πρόλαβε να δει με την περιμετρική της όραση. 

Επόμενη στάση, πηγαίνει κοντά στην πόρτα για να εξασφαλίσει πως αυτή τη φορά θα βγει έξω. Σαν κύμα ορμητικό βγαίνουν οι άνθρωποι, άλλοι γελούν, άλλοι φωνάζουν. Κι εκείνη ανάμεσά τους να μην μιλάει με λέξεις μα με το κινέζικο γραμματάκι στο μέτωπο να φωνάζει βοήθεια, φοβισμένη από τον τόσο κόσμο. Στασέρα, σχεδόν νιώθει την τούφα από το μαλλί της να κουνιέται, σαν να της το λέει κάποιος τώρα δα, σαν να έχει κολλημένα τα χείλη του πάνω της, ιδρωμένη την νιώθει την ανάσα. Στασέρα. Γυρνάει και κοιτάει πίσω και βλέπει χίλια πρόσωπα, χίλιες εκφράσεις, τίποτα γνώριμο, μία θολούρα, σαν τα χιόνια της τηλεόρασης. Ξανά.