Σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
να σε βρω, γιατί το ξέρω
σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
το φαρμάκι θα σου φέρω

Κάπως αλλιώς το είχα φανταστεί. Κι άλλα ήθελα να πω. Αλλά κοίταζα κάτι μισογκρεμισμένα κτήρια απέναντι από το Νίξον, αλλά χάζευα τα αυτοκίνητα μετά που περνούσαν στην Πειραιώς. Και δεν πρόλαβα να πω, ούτε ένα αληθινό ‘χρόνια πολλά’, ούτε ένα ‘ναι, αλήθεια είναι. Δεν υπήρχε πιο ευτυχισμένη σ’ όλη την Πλάκα χθες που πίναμε τα τσίπουρα’. Κι είδα μέσα στο κρύο τη μηχανή να φεύγει και εγώ να καταπίνω τον εγωισμό μου και να περνάει σαν βίντεοκλιπ όλη η σχέση. Τώρα ξημέρωσε Σάββατο. Σάββατο χωρίς. Με βιογραφικά στο Άμστερνταμ, με μουσικές θλιμμένες Θεοδωράκη και λαζάνια. Είμαι ο χειρότερος εχθρός του εαυτού μου. Αλλά αν, αν λέω, υπάρχει μοίρα κι όλα είναι γραμμένα, τότε για καλό γίνανε πάλι έτσι. Πέρασε όλη μας η αγάπη, πέρασε όλη μας η πίκρα, πέρασε και η χαρά.. (Και τώρα ένα δυνατό αυτοχαστούκισμα γιατί η ζωή συνεχίζεται και πρέπει να μη ξεχάσω τα λόγια του ρόλου μου).

 

Μουτς (που θα λεγε κι Εκείνος)