Πήγα να προσκυνήσω που λες και ήταν σκοτεινά στην εκκλησία και δεν υπολόγισα καλά την απόσταση ούτε πρόσεξα ότι το τζάμι είναι πιο μακριά απ’ το εικόνισμα του Αγίου Σπυρίδωνα και μάλλον έπαθα διάσειση. Και αφού έγιναν όλα αυτά και γελούσα μόνη μου κι ο αντίλαλος ακουγόταν στη Χασιά, πήγα σούπερ μάρκετ και κουβάλησα δύο εξάδες νερό για περίπου δύο χιλιόμετρα με αποτέλεσμα σήμερα να στρίβω το κεφάλι μου σετ με το υπόλοιπο σώμα και για πρωινό να παίρνω μεσουλίντ. Ζυγίστηκα κιόλας για να τριτώσει το κακό και μόλις είδα το αποτέλεσμα της την είπα της ζυγαριάς, δε σε ρώτησα πότε έγινε η μεταπολίτεεεεευση! Και πήγα γυμναστήριο κι άρχισα διατροφή και έχω φτάσει ήδη στον γαλλικό μάη της επανάστασης ελπίζοντας σύντομα τα κιλά μου να θυμίζουν χρονολογίες ελληνικού εμφυλίου ξανά.

Πρέπει να είμαι η μοναδική που σήμερα ξέχασε να πάρει ομπρέλα. Πρέπει να είμαι η μόνη που αποκοιμιέται στο λεωφορείο. Σε κάθε στροφή κουτουλάει το κεφάλι μου στο τζάμι αλλά αδυνατώ να ξυπνήσω και συνειδητοποιώ τι γίνεται απ’τα χάχανα των γύρω και απ’ τα πολυάριθμα καρούμπαλά μου.

Παντρεύεται η κολλητή μου στα’πα; Παντρεύεται κι ο κολλητός μου. Όχι αναμετάξυ των, καλέ.  Θα το διαχειριστώ σε ένα επόμενο επεισόδιο, ακόμα είμαι σε άρνηση, παρά την κουμπαριά.

Αναρωτιέμαι, άγνωστε, αν ζούσε σήμερα ο Τάσος Λειβαδίτης και γνώριζε ξανά το κορίτσι με το κίτρινο φόρεμα και τα καφέ λουλούδια στις τσέπες, αν της έγραφε  “Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρα σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες την μεγάλη σου άνοιξη. Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ… Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει… Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου επάνω στο χιόνι εμένα είναι ο κόσμος μου. Δεν θα σου πω τίποτα μόλις βγεις θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, και αν αυτό σε πειράζει μπορώ να’ ρχομαι πίσω σου σαν το σκυλί… Και όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάζει δεν θα’ ναι για μένα το σκληρό χώμα τον νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της… ποδοπάτησε με να’ χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις…” δε θα του έστελνε εξώδικο και ασφαλιστικά μέτρα για σεξουαλική παρενόχληση;

Βρέχει, κάνει κρύο, βρήκα τον άνθρωπό μου.

Δεν ξέρω αν θα είμαι ποτέ μαζί του, αλλά τον βρήκα.

Και δεν είναι ποιητής, είναι κάφρος. Και δεν είναι ιππότης, είναι πότης.

Αλλά με λέει αγάπη του κι εγώ πεθαίνω από ευτυχία.

Θα περιμένω λίγο ακόμα.

Μετά θα γυρίσω στην ποίηση του Χριστιανόπουλου. Για βασανισμένους έρωτες.

Αυτή του Ελύτη, της Δημουλά, μα και του Λειβαδίτη ακόμα είναι για το απόλυτο μαζί.

Κι εγώ τείνω στο απόλυτα χαζή.

Και στη μοναξιά μου.

Στην γλυκειά , υπέροχη, γαργαλιστική μοναξιά μου.


Άχι βάχι.