Δεν το’χα φανταστεί έτσι ρε συ. Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε το ζόρι όμως. Όταν σταμάτησα να το φαντάζομαι ή τη στιγμή εκείνη που το σχεδίαζα; Μετράω απ’ το εκατό ανάποδα μέχρι το μηδέν να αλλάξει η διάθεση. Αφού συνήθως τόσο κρατάνε όλα. Ενάμιση λεπτό. Κι η αίσθηση του ‘πωπω αυτό που ζω τώρα είναι καθαρή ανόθευτη ευτυχία’. Και το συναίσθημα ‘χριστέ μου θα εκραγώ ας σταματήσει να μιλάει’. Ακόμα και το ‘δε μπορώ να ανασάνω απ τα γέλια, δεν έχω οξυγόνο’. Κι ακόμα καλύτερα ή χειρότερα το ‘θα αδειάσει το βλέμμα μου από το τόσο κλάμα’.
Μηδένισα μα αυτή η απογοήτευση δε μου’φυγε.
Έλα λίγο στον κόσμο μου αν τολμάς. Θα μιλάω ακατάπαυστα και με εικόνες θα σου περιγράφω συναισθήματα ή αναμνήσεις. Δε θ’ αντέξεις την ένταση και θα με ρωτήσεις ‘τι πίνεις ρε;’. Θα σου απαντήσω με το κλισέ ‘λίστεριν’. Και μετά θ’ αρχίσω να σπάω δάχτυλα και το κεφάλι μου. Εγκλωβίζομαι εγώ στην ταμπέλα που μου φοράς ή εγκλωβίζεσαι εσύ σ’ αυτό που βλέπεις;
Μοιραζόμουν πάντα το παιδικό μου δωμάτιο και για να κοιμηθώ φανταζόμουν πώς θα είναι ο δικός μου χώρος. Πού θα έχω τις μπιμπιμπό, πού τον κέρμιτ μου, πού τα βιβλία της Πολυάννας, πού τις παντοφλίτσες σκυλάκια. Το σχεδίαζα με τόση λεπτομέρεια που καμιά φορά μ’ έπαιρνε ο ύπνος την ώρα που ονειρευόμουν με τα μάτια ανοιχτά σε ποιο σημείο θα παίζω κουζινικά και σε ποιο τα πλέιμομπίλ μου. Κάποια βράδια με ταλαιπωρούσε η σκέψη ότι μπορεί να μπει κλέφτης στο φανταστικό μου δωμάτιο και είχα σχεδιάσει μέχρι και καταπακτή για να κρύβομαι, δίπλα στο κρεβάτι, μπροστά απ’ το κομοδίνο, κρυμμένη μ ένα στρογγυλό χαλάκι με ζωγραφισμένη μαργαρίτα. Πόσο καμένο παιδί; Ένα από αυτά τα βράδια άκουσα όντως την πόρτα ν’ ανοίγει και άκουσα βήματα στο παρκέ να με πλησιάζουν. Κουκουλώθηκα, άρχισα να τρέμω κι έκλεισα τ’ αυτιά μου (δεν ξέρω γιατί κλείνω πάντα τα αυτιά μου όταν τρομάζω κι όχι τα μάτια μου). “Μπαμπά εσύ είσαι ή κάνας κλέφτης;” Κι άκουσα τον μπαμπά μου να γελάει και να μου λέει καληνύχτα.
Τώρα τελευταία βάζω στην τσάντα μου βιβλία με συνταγές. Το καλύτερό μου αν τύχει ν’ αργήσει το λεωφορείο. Κάθομαι και τα ξεφυλλίζω. Με φαντάζομαι στην μελλοντική μου κουζίνα. Να φτιάχνω πίτα ηπειρώτικη και λαχανοντολμάδες, να παίζω με τις κουτάλες και τις κατσαρόλες που κρέμονται από πάνω μου. Τρανσάρω τόσο πολύ ενώ το σκέφτομαι που με “βλέπω” την ώρα που τρίβω το πιπέρι καθώς ακούγεται το Kiss of fire. Ακούω το κουδούνι, γέλια , χαρές, τρώμε και πίνουμε αναρωτιόμαστε ‘παλέρμο ή ταμπού;’. Κι έπειτα να σκέφτομαι ότι το γρουσουζεύω που το σκέφτομαι και καλύτερα να πάψω να φαντάζομαι τη μελλοντική ρουτίνα μου. Ποιες οι πιθανότητες να είναι βγαλμένη από διαφήμιση της Άλτις;
Μου’πε μία φίλη ‘ρε μαλάκα, να ονειρεύεσαι με τα μάτια ανοιχτά. Είναι σαν λευκή μαγεία’. Τι λε ρε φίλη. Είμαι προληπτική, διπολική και ψυχαναγκαστική. Ένα ταξίδι στην Κούβα είχα αποφασίσει να κάνω κάποτε (όταν ακόμα πληρωνόμουν καλά) και το σκέφτηκα με τόσες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που όταν ήρθε η ώρα να κλείσω τα εισιτήρια είχα γκώσει. Μιζέρια το λες που δεν κάνω πια όνειρα; Εγώ το λέω προστασία.
Πρέπει να ήταν μπόμπα αυτό που ήπια απόψε. Ή τέλος πάντων δεν έπρεπε να το έχω συνδυάσει με τον έβδομο καφέ της ζωής μου. Περπατούσα απ’ το μετρό στο σπίτι και έβρεχε τόσο γλυκά που δε μπήκα καν στον κόπο να ανοίξω την ομπρέλα. Οι μπότες μου έκαναν έναν θόρυβο γαμάτο, μυθιστορηματικό, σαν της Κάντι Κάντι όταν περπατούσε στο πλακόστρωτο.
Ρε φίλε, βαρέθηκα να με βλέπω με τα μάτια τρίτων. ‘Η μοιραία γυναίκα’, ‘φοβάται τη δέσμευση’, ‘αυτή; πρωκτικά καθηλωμένη’, ‘θες αυτό που δεν έχεις, όταν το αποκτήσεις θα το βαρεθείς κι αυτό’, ‘το καλό κορίτσι’, ‘ο γκιόζης της παρέας’. Μη μου δίνεις ρόλους, ήμαρτον. Δεν είμαι η Ζωή Λάσκαρη, δε θα σε κάψω κι εσένα, δεν ψάχνω για νέους μακαρίτες. Αλλά ούτε κι η Νόρα Βαλσάμη είμαι, δε θα υπομείνω τα πάντα για να μπορέσω να ενορχηστρώσω καλύτερα τη μαγειρική και τη φιλοξενία στην υπέροχη υποθετική κουζίνα μου. Όχι άλλοι σωτήρες. Ούτε άλλα πριγκηπόπουλα με άσπρα άλογα. Ξέρει κανείς να νιώθει “σ’ αγαπώ” κι όχι απλά να το κλίνει;
Με κάθε άνθρωπο ξεδιπλώνουμε κι άλλη πτυχή, ανακαλύπτουμε μία νέα πλευρά μας. Ε; Ναι θα λες.
Ε δε μου πάνε οι μέχρι τώρα πτυχές, άρα δε μου πάνε κι οι άνθρωποι.
Αν δε λιώσουμε μαζί, πώς θες να γίνουμε ένα;
Νομίζω πώς δεν έχει νόημα να σκέφτομαι τι θα γίνει όταν. Τελεία. Πώς θα είναι το του χρόνου.
Κάθομαι και σκέφτομαι, όταν θα βρω την καλή δουλειά, θα σηκώνομαι πρωί, θα πηγαίνω για τρέξιμο. Μετά θα τρώω το πρωινό μου, θα πηγαίνω βόλτα τα σκυλιά και τότε βουρ για το μετρό. Στο σχόλασμα κάναν καφέ, μετά λίγο ίντερνετ, μετά χορό. Κι όλα αυτά μπορεί να μη γίνουν ποτέ. Γιατί μπορεί να μη βρω ποτέ καλή δουλειά. Όταν θα γνωρίσω τον άνδρα της ζωής μου, θα του βάζω ραβασάκια στις τσέπες να τα βρίσκει όταν θα πηγαίνει στο γραφείο ή θα λείπει σε ταξίδι. Θα του δίνω ραντεβού σε μπαράκια και θα πηγαίνω λίγο πιο μετά, θα κάθομαι απέναντί του παριστάνοντας την ξένη και θα φλερτάρουμε κάθε φορά απ’ την αρχή. Πφφφφφφφφφφφ. Με βαρέθηκα.
Δεν υπάρχει καλή δουλειά και δεν υπάρχει ο άνδρας της ζωής μου. Δεν υπάρχει ιδανικό δωμάτιο και μόνο με mdma θα μαγειρεύω κάθε μέρα σαν να είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά. Με ποδιά και δωδεκάποντο, με κέφι και φαντασία, χωρίς καμμένη πίτα (δεν ξέρω καν ν’ ανοίγω φύλλο, σύνελθε αργυρένια). Και ποια ανοίγει φύλλο δηλαδή και φτιάχνει πίτα και μετά αντιστέκεται και δεν τρώει έξι κομμάτια; Εγώ ένα ραβανί έφτιαξα και μέχρι να ζεσταθεί ο φούρνος το είχα φάει ωμό με το δάχτυλο.
Αυτά τα ‘από δευτέρα’, τα ‘όταν θα’, τα ‘όταν ξεκαθαρίσουμε’, ‘όταν περάσει η κρίση’, ‘όταν αδυνατίσω’, ‘όταν καταλάβει ποια είμαι’ είναι τόσο μα τόσο παγίδες. Ενεχυριάζουν το παρόν μου. Τι περιμένω γαμώτημπουτάναμ;
Νομίζω ότι ξε(πε)ρασα το τελευταίο μου ‘ναρκωτικό’.
Και δεν πρόλαβα να βρω τη ‘μεθαδόνη’ μου.
Αλλά ίσως αυτή βρίσκεται στο ότι δε χρειάζεται να είναι όλα ιδανικά για να κάνω τη ζωή μου όπως θέλω.
Μόνη μου μπορώ να φτιάξω τις συνθήκες. Κι όχι να περιμένω να προκύψουν αυτές για να φτιάξω εμένα.
Κάτσε ν’ ανάψω ένα τσιγάρο. Μέχρι να το σβήσω θα πρέπει να’χω σβήσει κι έναν άνθρωπο.
Υ.Γ1 δηλαδή τώρα που κλείνω υπολογιστή και φως στο κομοδίνο, τι θα ονειρευτώ για να κοιμηθώ; Θα γίνω μια συνηθισμένη που μετράει στρούγκες από πρόβατα; Ε όχι. Θα τολμήσω. Να αποφασίσω κι όχι να κάνω εξαγγελίες. Από το πρωί που θ’ ανοίξω τα μάτια μου τέρμα οι πλάνες. Ότι δεν είναι αληθινό, του πρέπει να πεθαίνει.
Υ.Γ2 Κοίτα εγώ, αν μου επιτρέπεις
δεν είμαι μόνο αυτό που βλέπεις
Κι είναι φορές που αναρωτιέμαι
πώς καταφέρνω και κρατιέμαι
Του το κρατάω αυτού του κόσμου
που δε μου ανήκει ο εαυτός μου
Γι’ αυτό τα δίχτυα που του ρίχνω
είναι όσα θέλω εγώ να δείχνω.-

6 σχόλια
Ροή σχολίων γι' αυτό το άρθρο
Δεκεμβρίου 19, 2011 στις 11:33 πμ
samir
Σ’αγαπώ, μου λείπεις κτλ.
Δεκεμβρίου 19, 2011 στις 12:26 μμ
Ψυχή Βαθιά..(?)
Νατάσα Μποφίλιου “Κοίτα εγώ”, εξαιρετική επιλογή… διαβάζω αυτά που γράφεις και βλέπω τον εαυτό μου σε αυτά..αλλά γιατί να σταματήσεις να ονειρεύεσαι?εγω ανέκαθεν το θεωρούσα ταλέντο να μπορείς να ταξιδεύεις με τα μάτια ανοιχτά…ταλέντο και συνάμα ελάττωμα..διότι συνηθίζεις να ζείς τη ζωή σου σε fast forward και να χάνεις την ουσία της διαδρομής..Καλές Γιορτές!
Δεκεμβρίου 19, 2011 στις 3:42 μμ
ο δείμος του πολίτη
Πολύ ωραία ανάρτηση. Αλλά μερικές φορές το ψεύτικο δεν πρέπει να το σκοτώσουμε. μας αρκεί, μας γεμίζει περισσότερο από το αληθινό, κάτι σαν το όνειρο.
Δεκεμβρίου 19, 2011 στις 4:22 μμ
βεροιεύς
Βεροιώτικα γλυκά… Μμμμμ…!
υ.γ. σαν να μου φαίνεται ότι χρειάζεσαι ταψιά, κι όχι άντρα : Ρ
Δεκεμβρίου 20, 2011 στις 1:02 μμ
Άνθρωπας
Δεκεμβρίου 20, 2011 στις 9:58 μμ
argyrenia
samir you loooooooooove me you wanna beeeeee with meeeeee
Ψυχή βαθιά, δίκιο έχεις. Αφού έτσι κι αλλιώς είναι στη φύση μου πώς να του πάω κόντρα; (τα λες πολύ όμορφα)
Δείμε, ναρκωτικό όμως ε; Κι αξίζει όπως το λέει κι ο στίχος το να ζεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει;
φίλε απ τη βέροια, ακόμα καλύτερα, ψάχνω έναν άνδρα να τον χορέψω στο ταψί
Άνθρωπα, ωραίο. Τένκες.