Κάνω τρελές σκέψεις όταν έρχομαι να σε δω. Αυτοί που είναι πλάι σου, άραγε σε είχαν ξανασυναντήσει ποτέ τυχαία παλιά; Μήπως είχατε πιει ποτέ μαζί καφέ; Μήπως τους είχες πουλήσει έπιπλα; Όταν άνθιζε η γλάστρα που σου έφερα, που ήσουν; Γελούσες; Πονούσες; Ήξερες πόσο σ’ αγαπώ;

Νομίζω πως σ’ ονειρεύτηκα χθες βράδυ. Θυμάμαι τη μυρωδιά σου, τη βραχνή φωνή σου. Λόγια δεν θυμάμαι. Η Παρασκευή έχει γίνει μία κακή μέρα. Κάθε Παρασκευή είναι καταδικασμένη να θυμίζει ένα δωμάτιο με ψυχρό φως, έναν σκοτεινό διάδρομο κι εσένα να μου λες ‘δεν μπορώ’ τρέμοντας.

Θυμώνω για όσες φορές έφυγα από κοντά σου δίνοντάς σου ένα απλό φιλί, θεωρώντας δεδομένο ότι θα είσαι εκεί και την επόμενη μέρα. Θυμώνω που δεν σου είπα ποτέ πόσο σε λατρεύω και πόσα σημαίνεις για μένα.

Ο χρόνος κυλάει, με βρίσκει χωρίς εσένα κι είναι αδύνατον να κάνω ο,τιδήποτε. Ελπίζω μόνο ότι ήξερες.

Ήθελα να γράψω για να ξεσπάσω, αλλά αντίο πώς να πω; Λένε αντίο; Δεν είναι που έφυγες κι είναι κρίμα από μόνο του. Γίνομαι εγωίστρια, σκέφτομαι τον εαυτό μου. Εγώ πώς θα τα καταφέρω χωρίς εσένα; Σε όλα τα λάθη μου, σε όλες τις αποτυχίες μου, ήσουν πάντα εκεί. Έχασα τον κόσμο μου, μπαμπά. Έτσι νιώθω. Ποιος θα με αγαπήσει περισσότερο από ‘σενα; Ποιος θα με καταλάβει; Ποιον θα έχω να με κάνει να γελάω; να ξεχνάω; να βρίσκω λύση στα προβλήματα;

Για σένα ήμουν η μικρή, το γέλιο σου. Τώρα είμαι μία τριαντάρα που κάνει λάθη. Ένας ανώριμος συναισθηματικά άνθρωπος. Θέλω να γυρίσω από τη δουλειά, να σου κλαφτώ για τα μικροπροβλήματα και να μου πεις να πάμε στο Διάσημο να φάμε καβουροσαλάτα. Θέλω να σου πω πως απέτυχα ακόμη μία φορά και να μου πεις ‘δεν γαμιέται; τι να πεθάνεις Σάββατο , τι Κυριακή πρωί’.

Πέθαινες μπαμπά μου κι εγώ η εγωίστρια σ’ έβαζα να ορκιστείς πως δεν θα πάθεις τίποτα.

Δεν σου αξίζει αυτό το κείμενο, όχι τέτοια γλυκανάλατα σε κανέναν δεν αξίζουν.  Νιώθω μισή. Μισή νιώθω. Να γυρνούσε ο χρόνος. Δεν γυρνάει ο χρόνος. Με βλέπεις; Θυμάσαι που ήμασταν  μικρά και παίζαμε ‘σπιτάκι’ με το πάπλωμα κουκουλωμένοι κι έκανες ψέματα ότι πεθαίνεις όταν σε γαργαλούσα για να σταματήσω; Και σου φώναζα ‘ξύπνα μπαμπούλη, ξύπνα΄και με τρόμαζες και γελούσαμε.

Ξέρω πως θα γελούσες με τον παπά στο τελευταίο τρισάγιο έτσι όπως ήταν φάλτσος και τα’ λεγε τραγουδιστά. Ξέρω πως θα στεναχωριόσουν αν έβλεπες τον σκύλο σου Ορφέα νηστικό, μελαγχολικό να σε ψάχνει βδομάδες τώρα, μάταια, στο καφενείο.

Είχα αποφασίσει πως δεν θα βάλω μαύρα, όπως το είχες ζητήσει, αλλά μόνο αυτά μου πάνε πια.

Νικηφόρος, 64, αγαπήθηκε πολύ, έζησε έντονα. Έφυγε με τις γροθιές δεμένες, με πείσμα και μαγκιά. Νικηφόρος, 64, ως και την τελευταία στιγμή γελούσε και μας τραγουδούσε.

Τα λέμε το Σάββατο εκεί. Θα σου φέρω και μάλμπορο.