Έχω καιρό να μπω εδώ μέσα. Βρήκα από την ερημιά χλωρίδα και πανίδα, νυχτερίδες, αράχνες και πόα. Το πιο πιθανό αυτή τη στιγμή να με διαβάζουν μόνο όσοι με βρήκαν μέσω γούγλη, ποιος άλλος θα με θυμάται; Άτυχε αναγνώστη, δεν θα βρεις εδώ ατάκες που θα σε διευκολύνουν στο πρότζεκτ ‘χωρισμός’, αλλά μια και έκανες τον κόπο, ας σου δώσω κάνα δυο ιδέες, γιατί είμαι γκουβαρντού εγώ: ‘Άι νιντ α λόβερ χου αντερστάντς δατ 20 άουαρς ε ντέι ον δε ίντερνετ ιζ νόρμαλ’ ή ‘Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω. Μάλλον δεν ξέρω ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι. Σχώρα με αγαπημένε/η’.  

So, I guess this is it. Δεν το περίμενα να σου πω την αλήθεια. Όταν ξεκίνησα να γράφω, είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το συνέχιζα για καιρό. Θα σε ενημέρωνα για το ποιας φίλης σβήστηκε πρώτο το όνομα από το νυφικό γοβάκι μου, θα σου έλεγα ότι σήμερα κλώτσησε το μωράκι και έμαθα ότι είναι αγόρι κτλ κτλ. Όμως όχι. Οι περιπέτειές μου στη μαγική και καμιά φορά επικίνδυνη χώρα των μπλογκς τελειώνουν σήμερα.  Σ’ ευχαριστώ που με διάβαζες όλο αυτόν τον καιρό. Δεν έμαθες παρά το ένα τοις εκατό από όσα μου συνέβαιναν, αλλά σε άφησα να δεις από την κλειδαρότρυπα της καρδιάς μου.

Ξεκίνησα αυτό το μπλογκ σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής μου. Το κλείνω διανύοντας την πιο ευτυχισμένη. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να δίνεις και να παίρνεις αγάπη, να κάνεις όνειρα και να προσπαθείς να τα πραγματοποιήσεις. Κι ας φας τα μούτρα σου. Θα πει ζωή.

Σε γλυκοφιλώ. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα είμαι πάντα εδώ. Και ποτέ δεν ξέρεις. Δεν μπορεί, δεν μπορεί, κάπου θα συναντηθούμε που λέει και το άσμα.

Αν μπορούσα θα έστηνα αδριάντα. Αυτόν του ‘άγνωστου αναγνώστη’ και σήμερα θα απέτεια φόρο τιμής. Επειδή με ανέχτηκες!

Κουράγιο στον Εκείνον μου τώρα. Αυτός θα με διαβάζει, αυτός θα ακούει τη γκρίνια μου, τις υστερίες μου και τα παραμιλητά μου. Εσύ γλίτωσες.

Φιλιά με ήχο μη σου κόψει το αυγολέμονο.