tripoli2.jpg

 

 

Αν έπαιζα σε σήριαλ του Παπακαλιάτη, τόσο καιρό που είμαι χαμένη θα ήταν επειδή θα είχα πάει στο Παρίσι να βρω τον εαυτό μου. Εκεί θα γνώριζα τον Πιέρ και θα ζούσαμε έναν έρωτα όλο τρέλα, σαν να’ ναι η τελευταία μας φορά. Ατέλειωτα ταξίδια πήγαιν’ έλα στου πόθου τα γαλάζια τα νερά. Δεν θα τα διαβάζατε τα νέα μου, αλλά ως είθισται στις υπερπαραγωγές του Χριστόφορου, θα διηγιόμουν η ίδια τις περιπέτειές μου. Θα με βλέπατε σε σκούρο φόντο, να φοράω μαύρο κολλητό φόρεμα γνωστού σχεδιαστή, καπνίζοντας με στιλ, βαμμένη με eye liner σαν τη Κλυταιμνήστρα να μιλάω σε χρόνο παρελθοντικό:

‘Τα είχα χαμένα εκείνη τη μέρα. Ήθελα επειγόντως να πιω ένα τσάι λεμόνι και η Ερμού με τα αμέτρητα καφέ στα δαιδαλώδη στενά της φαινόταν η ιδανική λύση…’ (Ζουμ στο βλέμμα μου και φλας μπακ).

Ωστόσο, η ζωή μου δεν θυμίζει σε τίποτα τα σήριαλ του Παπακαλιάτη. Εγώ ακόμη κι αν ήθελα να ανεβάσω βιντεάκι μ’ εμένα να εξομολογούμαι τις μπούρδες μου, πέραν του ότι δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό, ούτε τραγούδια δεν ξέρω καλά καλά να βάζω, σιχαίνομαι και το κάπνισμα. Άσε που όποτε έχω πάει να βάλω eye liner απλά πασαλείφτηκα. Κι εξάλλου, η πραγματική ζωή, είναι πολύ καλύτερη από τις ταινίες ή τα σήριαλ, ακριβώς επειδή δεν μπορείς να της δώσεις έναν τίτλο ή ένα θέμα. Κωμωδία να την πεις; Δράμα; Κάτι από ‘Φεύγα’ ή ‘Υπέροχα Πλάσματα’; Μα πότε το ένα είναι, πότε το άλλο.

Μία Πέμπτη που λες, μία Πέμπτη που φαινόταν ότι θα είναι σαν όλες τις άλλες Πέμπτες, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, με μικρές και χαριτωμένες ιστορίες απλά να προκύπτουν, εγώ έπρεπε να ξυπνήσω στις επτά παρά γιατί έπιανα δουλειά σαράντα πέντε λεπτά αργότερα. Βάρβαρο αυτό για μένα, κι αν δεν το ήξερες σε παρακαλώ σημείωσέ το στα πρακτικά σου. Το πρωινό ξύπνημα το απεχθάνομαι όταν κάνει κρύο, ακόμη κι όταν πρόκειται για εκδρομή. Φόρεσα τα μανταμίστικά μου, έβαλα ρουζ στα μάγουλα να κρύψω τα σημάδια από το μαξιλάρι και βγήκα στον δρόμο να βρω τον ταξιτζή που είχα στήσει ήδη κανένα δεκάλεπτο. Χάσιμο στους δρόμους, κίνηση, κόρνες, αδύνατο να κοιμηθώ στο πίσω κάθισμα όπως το είχα υπολογίσει. Άφιξη στην Κηφισιά και διευθέτηση εκκρεμοτήτων. Βουτιά πάλι στο πίσω μέρος ενός ταξί με προορισμό το γραφείο και τσουπ, ένα άδειασμα στις φλέβες, μία ανατριχίλα, η εσωτερική θερμοκρασία ν’ ανεβαίνει. Οι γιατροί είπαν ότι οι δύο απανωτές λιποθυμίες ήταν αντίδραση στον πόνο. Νεύρωση στομάχου το νέο μου κουσούρι.

Μία βδομάδα μετά κι εγώ ψάχνω την καλή μου φίλη να της πω χρόνια πολλά. ‘Δεν τα έμαθες για τη Μαρία;’ Πάλι το ίδιο τρέμουλο, πάλι το ίδιο χάσιμο μα αιτία αυτή τη φορά τα νέα: Χτύπησαν τη Μαρία, Κατ, εντατική, αιμορραγία, 23 φιάλες αίμα, τάμα, θαύμα, η Μαρία ζει.

Η Μαρία ζει και παραδίδει μαθήματα δύναμης. Η Μαρία ζει και οι γιατροί δεν το πιστεύουν. Η Μαρία ζει κι ας μην έχει πια σπλήνα, ας έχει ένα νεφρό, ας έσπασε η λεκάνη και το χέρι της. Το χαμόγελό της είναι εκεί κι όταν την επισκέπτεσαι φεύγεις με ένα αίσθημα σαν να πήγες στο Ιασώ κι όχι εκεί μέσα, σαν να μην πήγες να δώσεις παρηγοριά μα να πάρεις. Η Μαρία ζει και ξαφνικά εκείνος που αγαπούσε τόσα χρόνια, εμφανίστηκε από το πουθενά με δάκρυα στα μάτια να της λέει πως την αγαπάει κι ότι κόντεψε να τρελαθεί όταν έμαθε πως παραλίγο να τη χάσει. Ανόητοι άνθρωποι. Περνάει η ζωή και χάνεται. Και περιμένεις μία τραγωδία για να σπάσεις το καλούπι σου, να φωνάξεις τη σκέψη σου και να τη ντύσεις με λόγια. Και συνήθως είναι πια αργά.

Η ζωή είναι ένα δώρο. Η ζωή είναι ωραία. Η ζωή έχει πλάκα. Τόσο κοινότυπα μα τόσο αληθινά. Μόνο αν κινδυνεύσεις να τη χάσεις, μόνο όταν καταλάβεις πόσο εύθραυστη είναι αρχίζεις να την εκτιμάς. Και στο λέω εγώ αυτό που πέρυσι πέρασα μία φάση που έκλεινα κινητά και σταθερά και καθόμουν ανάσκελα κοιτάζοντας το ταβάνι. Και ξέρεις κάτι; Το να πιάνεις μελωδία δεν βοηθάει , έχει κάτι παραγωγούς που σε ωθούν στην αυτοκτονία. Ζωή είναι να προσπαθείς, να παλεύεις, να αγωνιάς, να σε απορρίπτουν, να ρίχνεις τα μούτρα σου, να πέφτεις, να ξανασηκώνεσαι, να κλαις για να γελάσεις πάλι. Μα πώς θα τη χαρείς την επιτυχία σου αν δεν αποτύχεις πρώτα; Πώς θα κάνεις τον σταυρό σου που βρήκες έναν άνθρωπο αν δεν φας τα σκατά νωρίτερα; Κανείς δεν μένει μόνος και κανείς δεν χάνεται. Κι όλες οι περιπέτειες κάποτε τελειώνουν.

Αλλάζω θέμα και φτάνω στον επίλογο. Είναι αργά και είμαι με δυο ώρες ύπνο τρία βράδια τώρα. Με πλάνεψε η dolce vita, αυτό που λεν γλυκιά ζωή που λέει και ο Ζαγοραίος (νομίζω). Πήγα στη μαμά να φάω και είχε φάβα. Μου έμοιαζε με κρέμα Νουνού για μωρά και την έφαγα στην πείνα μου πάνω. Κονόμησα και τριάντα ευρώ γιατί βάλαμε στοίχημα αν ξέρω πώς φτιάχνεται. Ο Μαμαλάκης να’ναι καλά που μου’ δωσε τα φώτα του. Άρχισαν το κήρυγμα με τη θεία μου. Που δεν ξέρω να ράβω, να πάρω καμιά κάλτσα και να κάνω πρόβες με βελόνα και κλωστή, που δεν ξέρω να μαγειρεύω καλά και πρέπει να κοιτάω συνταγές, που δεν έχω πιάσει ποτέ σίδερο στη ζωή μου ενώ είμαι για παντρειά. Ειλικρινά, πώς νομίζεις ότι θα το πάρουν μόλις τους ανακοινώσω ότι του χρόνου θα συγκατοικήσω με την Ηλίουια; Εκεί που θα περιμένουν να τους πάω γαμπρό, εγώ θα τους πω, εχμ , ξέρετε, εγώ θα μείνω με την καλύτερή μου φίλη, λες και είμαι πάλι είκοσι χρονών.

Α και μια και το’ φερε η κουβέντα, εντάξει, μπορεί να μην ξέρω να σιδερώνω, να έμαθα πέρυσι τι είναι το msn και μέχρι τότε να το θεωρούσα κάτι σαν αρχικά γράμματα για το σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, αλλά όπου μπορώ τις γνώσεις μου τις προσφέρω και τις χαρίζω απλόχερα, όχι σαν κάτι άλλες, που τους ζητάς μια χάρη επειδή έχεις τόσα στο κεφαλάκι σου και δεν μπορείς να μικρύνεις μία γαμωφωτογραφία κι εκείνες σου απαντούν (κάνω paste φίλε αναγνώστη για να καταλάβεις με τι κωλοπαίδι θα μείνω μαζί του χρόνου):

«οχι φωτογραφια αλλα τα αρχιδια μου θα παρεις που με ξυπνησες και αντι να στο κλεισω στη μουρη σηκωθηκα σαν το φαντασμα για να στη φτιαξω και εσυ μου το κλεινεις και στα μουτρα γ’αυτον!!!!!!!!!!!!βαλαχα που θες και μπλογκ που δεν ξερεις που παν τα τεσσερα απο τεχνολογια παλιοπετουγια και θα μου πεις εμενα οτι δεν μπορω να στη φτιαξω,που μεχρι χτες νόμιζες οτι το πιξελ ήταν χαρακτηρας ποκεμον,που ακουγες φοτοσοπ και νομιζες οτι ανοιξε καινουριο μαγαζι με φωτογραφιες,που νομιζες οτι το παουερ ποιντ ειναι κατι σαν τους παουερ ρειντζερς».

Κι όλα αυτά για να μου στείλει τη φωτογραφία που βλέπεις πιο πάνω, από το τελευταίο μας ταξίδι το σαββατοκύριακο που πέρασε, που γλιτώσαμε τον χάρο τρεις φορές. Την πρώτη όταν εκείνη παρίστανε τον μπουζουξή κι εκείνος μας αγριοκοίταζε σε μία ταβέρνα κάπου στο Ελληνικόν, τη δεύτερη όταν εγώ μιμούμουν έναν ντόπιο στο ζεϊμπέκικο κι όλο το μαγαζί πιστεύω ότι έκανε συσκέψεις για το πώς θα μας δολοφονήσει κι έπειτα να το κάνει να φανεί σαν ατύχημα και την τρίτη αλλά όχι φαρμακερή ευτυχώς, λίγο έξω από την Τρίπολη, όταν μου έφυγε το golf σε μία απότομη στροφή, έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου, μπήκαμε στο αντίθετο ρεύμα και επιβιώσαμε από θαύμα.

Ζούμε λοιπόν, ζούμε και τα γέλια μας κάνουν ακόμη αντίλαλο στο spa της Στεμνίτσας, ζούμε και μία απλή βόλτα στο Σύνταγμα μπορεί να δώσει τροφή για εκατόν εξήντα δύο αφηγήσεις, ζούμε και βιώνουμε στο απόλυτο τις αποτυχίες μας, τις επιτυχίες μας, τους έρωτες και τα απωθημένα μας. Ένα ξέφρενο ζάπινγκ σε καλές και κακές στιγμές. Ένα αέναο ψάξιμο μέσα μας και γύρω μας μέχρι να φτάσουμε κάπου. Ωραίο είναι να μην ξέρεις τι σε περιμένει, για σκέψου το. Αυτά που δεν προβλέπεις είναι μαγικά. Επειδή έρχονται όταν είσαι ανυποψίαστος. Shuffle. Εκεί που ακούς το ‘Σώσε με , δως μου να πιω το δηλητήριο’ , Αγγελάκας και ‘ όπως ξυπνούν οι εραστές’. Έτσι είναι και η ζωή.

Βγάζω νόημα;

Ε, πότε έβγαζα βρε καλό μου για να βγάλω απόψε;;;