astradeni1.jpg

 

Χτυπούσαν ξυπνητήρια, τηλέφωνα και κουδούνια αλλά εκείνη έβρισκε τρόπους να εντάσσει τους ήχους στο όνειρο. Ήταν αδύνατο να ξυπνήσει.

Ξέσπασε δυνατή καταιγίδα και άκουγε τις στάλες να πέφτουν στα κεραμίδια. Ο σκύλος γάβγιζε μη μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.

«Αγάπη μου, όταν βρέχει, είναι που κλαίει ο Θεός;».

Άνοιξε τα μάτια της.

Σχεδόν δεν μπορούσε ν’ ανασάνει.

Εκείνο το απόγευμα είχε ξεσπάσει σε λυγμούς ο ουρανός κι εκείνης το υποσυνείδητο την ταξίδευε στο χθες.

Πέντε λεπτά ακόμη. Πόσο γρήγορα κυλούσαν όταν ήταν μαζί. Μια ματιά διαρκούσαν. Ένα άγγιγμα. Κι ο χρόνος τέλειωνε. Έτσι συναντιόντουσαν πια. Τυχαία. Σκηνοθετημένη η δήθεν απρόβλεπτη συνάντηση πάντα. Ένα βλέμμα, μία τυπική κουβέντα και δύο κορμιά που λαχταρούσαν το ένα το άλλο όσο τίποτα.

-‘Θα είμαστε ποτέ μαζί;’

-‘Τα φοβάμαι τα ποτέ και τα πάντα’

-‘Τάξε μου’

-‘Μη γίνεσαι όμηρος ονείρων’

-‘Πες μου’

-‘Τις λέξεις τις παίρνει ο αέρας’

-‘Χάρισέ μου μια βόλτα στη βροχή’

-‘Σου χαρίζω το ουράνιο τόξο’.

Κι έτσι τα χρόνια περνούσαν. Εκείνη πιο μόνη από ποτέ κι εκείνος ξένος και άπιαστος. Κι η βροχή που ήταν δάκρυα έγινε αυτό που πραγματικά ήταν: νέφη από μόρια υδρατμών.-

Υ.Γ χαρισμένο στο αγγελικό γειτονάκι μου