Χτυπούσαν ξυπνητήρια, τηλέφωνα και κουδούνια αλλά εκείνη έβρισκε τρόπους να εντάσσει τους ήχους στο όνειρο. Ήταν αδύνατο να ξυπνήσει.
Ξέσπασε δυνατή καταιγίδα και άκουγε τις στάλες να πέφτουν στα κεραμίδια. Ο σκύλος γάβγιζε μη μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.
«Αγάπη μου, όταν βρέχει, είναι που κλαίει ο Θεός;».
Άνοιξε τα μάτια της.
Σχεδόν δεν μπορούσε ν’ ανασάνει.
Εκείνο το απόγευμα είχε ξεσπάσει σε λυγμούς ο ουρανός κι εκείνης το υποσυνείδητο την ταξίδευε στο χθες.
Πέντε λεπτά ακόμη. Πόσο γρήγορα κυλούσαν όταν ήταν μαζί. Μια ματιά διαρκούσαν. Ένα άγγιγμα. Κι ο χρόνος τέλειωνε. Έτσι συναντιόντουσαν πια. Τυχαία. Σκηνοθετημένη η δήθεν απρόβλεπτη συνάντηση πάντα. Ένα βλέμμα, μία τυπική κουβέντα και δύο κορμιά που λαχταρούσαν το ένα το άλλο όσο τίποτα.
-‘Θα είμαστε ποτέ μαζί;’
-‘Τα φοβάμαι τα ποτέ και τα πάντα’
-‘Τάξε μου’
-‘Μη γίνεσαι όμηρος ονείρων’
-‘Πες μου’
-‘Τις λέξεις τις παίρνει ο αέρας’
-‘Χάρισέ μου μια βόλτα στη βροχή’
-‘Σου χαρίζω το ουράνιο τόξο’.
Κι έτσι τα χρόνια περνούσαν. Εκείνη πιο μόνη από ποτέ κι εκείνος ξένος και άπιαστος. Κι η βροχή που ήταν δάκρυα έγινε αυτό που πραγματικά ήταν: νέφη από μόρια υδρατμών.-
Υ.Γ χαρισμένο στο αγγελικό γειτονάκι μου

