fws.jpg

‘Πλανάσαι πλάνην οικτράν’.

Αυτή τη φράση άκουσα στον ύπνο μου και ξύπνησα ιδρωμένη και λαχανιασμένη λες και είχε έρθει ο Φρέντι από τον δρόμο με τις λεύκες και με απειλούσε με αλυσοπρίονο.

Σηκώθηκα, άναψα το πορτατίφ και προσπάθησα να θυμηθώ τι άλλο είχα ονειρευτεί. Τίποτα. Κενό. Μόνο αυτές τις τρεις λέξεις θυμόμουν και μάλιστα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποιος ακριβώς μου τις είχε πει.

Δίνω βάση στα όνειρά μου. Χωρίς να ξέρω και πολλά. Δεν έχω ανοίξει ποτέ στη ζωή μου ονειροκρίτη. Πιστεύω όμως. Η μαμά μου είναι σαββατογεννημένη. Όταν ήμουν μικρή, την θυμάμαι να λέει στον μπαμπά μου ‘πήγαινε να αγοράσεις λαχείο, είδα όνειρο ότι πιάσαμε τον πρώτο αριθμό΄. Λίγες μέρες μετά ο προποτζής μας έπαιρνε τηλέφωνο για τα συγχαρίκια. Είχαμε κερδίσει 12 εκατομμύρια. Θυμάμαι ένα πελώριο σακβουαγιάζ με barbie, bibibo και γαριδάκια. Ήμουν φαγανό παιδί εγώ, εκεί που έβαζα τα φουντούνια δεν είχα ούτε το κάστρο των Playmobil, το οποίο υπήρχε επίσης μέσα στον μαγικό σάκο μαζί με ένα τηλεκατευθυνόμενο αυτοκινητάκι. Ήμουν και αγοροκόριτσο συν τοις άλλοις.

Εγώ όνειρα με τζόκερ δεν βλέπω. Βλέπω άλλα, διαφορετικά μα με χρησιμότητα. Την Παρασκευή ονειρεύτηκα ότι το λεωφορείο που παίρνω καθημερινά άλλαξε δρομολόγιο. Έφτασα στην στάση και ήμουν ολομόναχη. Θυμήθηκα το όνειρο. Είδα το λεωφορείο να έρχεται και ανακουφίστηκα. Αυτό τότε έστριψε δεξιά σε ένα άλλο στενό και χάθηκε. ‘Έχει λαϊκή κοπελιά και άλλαξε πορεία’ μου είπε ένας περαστικός. Λαϊκή στην γειτονιά μου; Από πότε; Οκ.

Χάθηκε να δω κανένα άλλο όνειρο; Να έχει και λίγο μυστήριο, κάτι να αποκρυπτογραφήσω. Ας πούμε… ‘Οδός Μηλιώνη, απόγευμα, περπατάω κι ο αέρας μου παίρνει το φουλάρι από τον λαιμό, το ακολουθώ σε ένα ξεκαρδιστικό κυνηγητό κι αυτό μπλέκεται σε μαύρα ανδρικά παπούτσια. Σκύβω να το πιάσω, ανεβαίνω αργά και λίγο πριν κοιτάξω το πρόσωπο του άγνωστου άνδρα…‘ ντριιιιιν το σπαστικό ξυπνητήρι μου και με ξυπνάει μα το στέκι μου πια είναι το Κολωνάκι και σαν αξεσουάρ μόνο φουλάρια πλέον ή, άλλο: ‘είμαι στη βεράντα και τρώω ταχίνι με το κουτάλι, διαβάζω εφημερίδα και το βλέμμα μου πέφτει πάνω στο επίθετο ενός εφοπλιστή, τα γύρω γράμματα θολά, μόνο το όνομά του ξεχωρίζω’ τότε ξυπνάω, στέλνω βιογραφικό και πιάνω φοβερή δουλειά , λέει, με 3.000 ευρώ πρώτο μισθό. Ααααααχ, να’ χα λίγο ταχίνι τώρα με μέλι που το ορέχτηκα.

Η βδομάδα που μας πέρασε για μένα ήταν των παθών. Κάποιος τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια μου και σαν να συνωμότησαν όλοι οι πλανήτες, έκανε συμφωνία το αγγελάκι που με προσέχει με το διαολάκι που έχω στο μυαλό κι έτσι κλονίστηκε υγεία, σχέσεις, εργασία. Μηδέν αστέρια σε όλα μάλλον θα είχε η Ολυμπία Καντούνη στον αστρολογικό μου χάρτη. Το ήξερα. Από έναν εφιάλτη. Είχα φάει ένα φίδι και μέσα μου είχα τα αυγά του. Ο Χριστός! Θα έπρεπε να περιμένω έναν μήνα, λέει, για να δούμε αν θα σωθώ. Τη βδομάδα που μας πέρασε, έκλεισε ο μήνας. Κι έκλεισε κι ένας κύκλος. Άσχημα, επώδυνα, τραυματικά. Έχασα ένα όνειρο, έναν άνθρωπο, ένα στήριγμα. Βρήκα εμένα όμως. Κι έτσι ξαφνικά, εκεί που σκεφτόμουν την προδοσία, την ματαιότητα όλων, την ψευτιά των σχέσεων, το πήρα αλλιώς. ‘Ο καθένας όπως ξέρει και μπορεί΄. Αν δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τον κόσμο, αυτό μόνο φρόντισε, μην αλλάξεις κι ο ίδιος.

Σκέφτηκα πως, ο καθένας έχει τον τρόπο του ν’ αγαπάει και να το δείχνει. Πως δεν πρέπει να κατηγορώ κάποιον αν δεν ξέρει να δίνεται, γιατί έτσι έχει μάθει, το λίγο του στον ίδιο φαίνεται πολύ. Τηλεφώνησα σε μία φίλη που είχα ν’ ακούσω μήνες και κάποτε νόμιζα ότι θα γεράσουμε μαζί. Ξένη φωνή και πεθαμένες καλησπέρες.

Τελικά, ο χρόνος δίνει στα πράγματα τη θέση που τους αρμόζουν, όλα παίρνουν αναπάντεχα τις πραγματικές τους διαστάσεις. Πόσο είχα κλάψει για αυτή τη φίλη! Θυμήθηκα τα δάκρυα που έχω ξοδέψει στα 28 αυτά χρόνια που υπάρχω. Αν μπορούσα να τα εμφιαλώσω τότε σίγουρα θα ξεπέρναγε σε ποσότητα και το περιεχόμενο του αποστακτηρίου στο Tennessee που ακόμα παίζουν με τις τάπες. Με τις φάπες θα έπρεπε κάποιος να με πάρει εμένα, για να σταματήσω να πληγώνομαι, αφού ότι σήμερα με κάνει να πονώ, αύριο η ευλογημένη λήθη το θάβει για το καλό μου.

Βράδυ Σαββάτου γράφω, ακούω τη βροχή να πέφτει και τα μπουμπουνητά και σκέφτομαι πόσες κοπέλες εκεί έξω νιώθουν μόνες, αδικημένες και πληγωμένες. Για λόγους αστείους τελικά, αν το σκεφτεί κανείς με τη βαρύτητα που πρέπει: επειδή εκείνος δεν τις πήρε τηλέφωνο να βγούνε, επειδή τσακώθηκαν με την κολλητή τους, επειδή δεν βρίσκουν δουλειά, επειδή έχουν περιττά κιλά, επειδή δεν τους περισσεύει ένας μισθός να τον τσακίσουν στην Ερμού.

Απόψε βρέχει τα δάκρυα των κοριτσιών που είναι μόνα, απόψε αστράφτει η λάμψη τους που χάνεται στο ημίφως των δωματίων τους. Να μπορούσα να μιλήσω στην καθεμιά, να της πω της Μαρίας από τα Πετράλωνα πως θα βρει δουλειά, της Δήμητρας από τον Χολαργό πως θα ξαναγυρίσει κοντά της, της Κατερίνας από το Παγκράτι πως αξίζει πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζει, της Ελευθερίας από τη Λάρισα πως είναι ξεχωριστό άτομο…

Εγκλωβιζόμαστε στους εαυτούς μας και παγιδευόμαστε στα λάθη μας. Ενώ κάθε μέρα είναι διαφορετική. Κάθε στιγμή φέρνει κάτι καινούριο, αρκεί να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά να το αναγνωρίσουμε.

Ε ψιτ, Θεόφιλε, ξέχνα την Μαρία που σε άφησε πριν από τρία χρόνια. Δεν σκέφτεσαι εκείνη πια, το έχεις καταλάβει; Τον εαυτό σου του 2004 αναπολείς. Πίστεψε στον εαυτό σου, κοιτάξου στον καθρέφτη, δες πόσο όμορφος είσαι. Στον καθρέφτη των ματιών των άλλων. Σου μιλάω για την ομορφιά μέσα σου βρε χαζό.

Έχεις σκεφτεί, εσύ, εσύ κι εσύ, ναι σ’ εσένα το λέω, πως αυτό που σήμερα σε συντρίβει, αύριο δεν θα’ ναι παρά μία κακή ανάμνηση; Ξέρεις τι μου έλεγε η μαμά μου όταν ήμουν μικρή; ‘Πρόσμενε, Αργυρένια μου, πρόσμενε κι ίσως πιο νωρίς απ’ ότι εσύ προσμένεις, να’ ρθει το γλυκοχάραμα μιας νέας χαραυγής και με το γλυκοχάραμα της χαραυγής εκείνης, θα θάψεις ότι σήμερα σε κάνει και θρηνείς΄.

Άννα κι εσύ, κάνε αυτό το μαγικό που ξέρεις, με τις συσπάσεις στα μάγουλά σου, που ξαφνικά φαίνεται λίγο δοντάκι και φωτίζει το πρόσωπό σου από αυτό το μεταδοτικό χαμόγελο. Ξεχάστε τις δουλειές, τα χρέη, τις δόσεις, τις κάρτες, τον γκόμενο, την γκόμενα που σας κάνει τον δύσκολο/η. Λέει η σοφή θεία Μαίρη ‘μωρέ, δεν σταματήσανε οι μανάδες να κάνουν γιους και κόρες!!!΄.

Όλα όσα πιστεύεις μέχρι σήμερα μπορεί να είναι ψέμα, το ξέρεις; Να είσαι από λάθος απαισιόδοξος, επειδή όταν σου έτυχε μία στραβή δεν επεξεργάστηκες σωστά τα δεδομένα. Σε απέλυσαν; Για καλό είναι, κάτι άλλο σε περιμένει στη γωνία. Σε απέρριψαν; Αλλάζεις μονοπάτι για να βρεθείς εκεί που πρέπει. Αντάμα με το πεπρωμένο σου.

Μέχρι τα 18 που λες, καθότι και σπίρτο έτσι; είχα την εξής εντύπωση: Στο τραγούδι που λέει: ‘δεν την βρίσκω την άκρη πουθενά και πες μου τι να κάνω, έχω γεμίσει το δωμάτιο ασφυκτικά με καπνό ως απάνω και ο χρόνος μου γελάει σαν μωρό΄νόμιζα πως η λέξη ασφυκτικά αντιστοιχεί σε ουσιαστικό, δηλαδή, το ασφυκτικό, τα ασφυκτικά, των ασφυκτικών κι ότι η Σοφία Βόσου είχε αγοράσει κάμποσα από δαύτα, τα ασφυκτικά και είχε γεμίσει το δωμάτιό της. Άρα ήταν κάτι που είχε καπνό μέσα και το χρησιμοποιούσαν σε πορείες ας πούμε. Αφού μια φορά παίζοντας ζώα, φυτά πράγματα το είχα βάλει στα πράγματα στο Α. Και ήμουν σίγουρη ότι θα πάρω και δεκάρι, έλεγα οι φίλες μου θα βάλουν χαζά πράγματα όπως αποσμητικό, αντηλιακό, ποια θα σκεφτεί το ασφυκτικό, ε; Ή το άλλο; ‘απόψε θα σου ορκιστώ, πως σε αγαπάω, εσύ με σπρώχνεις στο κακό κι εγώ γελάω…’ Εγώ άκουγα, με σπρώχνεις στο καπό κι εγώ γελάω και σκεφτόμουν πόσο μαζόχα είναι αυτή η Πρωτοψάλτη τέλος πάντων;

Γι’ αυτό σου λέω, παρ’το αλλιώς. Ό,τι κι αν είναι. Μπορεί να το βλέπεις από την λάθος οπτική γωνία.

Μπορεί να πλανάσαι πλάνην οικτράν όπως κι εγώ μέχρι την Πέμπτη που κόντεψα ν’ αφυδατωθώ από το κλάμα.

Εξάλλου, τα’ παμε, δεν τα’ παμε;
Αν θες, μπορείς γαμώ το φελέκι μου!!!