(επειδή εσείς το ζητήσατε. Πάω κι εγώ στα στατιστικά να δω ποιος με διαβάζει και βλέπω δέκα άτομα τη μέρα να έχουν βάλει αργυρένια στο γκουγκλ και άλλα 95 τη λέξη χωρισμός. Ε αφού το ίδιο το ίντερνετ στη λέξη χωρισμός ανακατευθύνει τον κόσμο εδώ, ε ας το δικαιώσω)

Τι θες γλυκό μου; Τι σε βασανίζει; Ψάχνεις να βρεις τρόπο να χωρίσεις ή μήπως μόλις έγινε και δεν ξέρεις τι να κάνεις;

Ό,τι και να ‘ναι μην ανησυχείς, ήρθες στην e-δική. Έχω phD στον χωρισμό.

Πρώτα απ’ όλα χαλάρωσε. Βάλε κάτι να πιεις. Έστω και μίλκο. Α όλα κι όλα αν δε γεμίσεις ποτήρι με κάτι εγώ δε συνεχίζω.

Πολύ καλά, πάμε. Κάτσε να βάλω ένα τραγούδι σχετικό να μπω στη φάση σου.

κλικ

(θα σου βαζα Μαρινέλλα αλλά θα ταυτιστώ πιο πολύ απ’ ότι πρέπει και το πρωί έχω να ξυπνήσω αχάραγα, δε με παίρνει για πένθος)

(απαπααα είναι πολύ μαύρο, πάρε καλύτερα αυτό )

Λοιπόν, έχουμε και λέω. Πρώτα απ’ όλα είναι ψέμα. Οι χωρισμένοι γιορτάζουνε. Είσαι χαζό; Αν δε γιορτάζουνε οι χωρισμένοι, τότε ποιοι θα γιορτάσουνε; Οι δεσμευμένοι; Αυτοί μόνο στα μέλια τους γιορτάζουν και μέχρι να φύγουν οι πρώτες γκαύλες. Μετά αρχίζουν τα προβλήματα. Γιατί δε μου δίνει ένα συρτάρι σπίτι του/της αφού εκεί πηγαίνω πέντε φορές τη βδομάδα. Γιατί είπε είμαι με μία φίλη μου/ έναν φίλο μου στο τηλέφωνο και δεν είπε το όνομά μου; Παίζει κι αλλού; Γιατί δε θέλει να πάρουμε σκυλάκι; Φοβάται τη δέσμευση; Κι ένα σωρό γιατί που δε μπορώ να σκεφτώ τώρα γιατί έχω φάει πολύ.

Ας εξετάσουμε την περίπτωση που θες να χωρίσεις και δεν ξέρεις πώς. ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ, ΣΕ ΕΚΛΙΠΑΡΩ. Μην καταφύγεις σε κλισεδάκια τύπου ‘δε φταις εσύ, η φαντασία μου τα φταίει που σ’ έπλασε όπως ήθελε αυτή’. Ούτε ‘thelw na meinw ligo monos me ton eayto mou, pernaw dyskola, de sou aksizei olo ayto’. Και μάλιστα σε greeklish και μάλιστα με sms. Απ’ ότι με ειδοποίησαν σήμερα από το κοντρόλ, είναι φτήνια να χωρίσεις κάποιον με sms. Καλύτερα από κοντά. Ούτε όμως όπως η φίλη μου η Άννα “δε σε γουστάρω πια”. Κάτσε ρε, ο άλλος μπορεί να πάει να πιει όλο το τζώνυ γουόκερ. Το συκώτι του δεν το σκέφτεσαι;

Βρήκες άλλον/η; Μαγκιά σου. Είσαι τόσο προχώ που θα το πεις; Δε φοβάσαι τη νομοτέλεια; Το πρωινό που θα ξημερώσει κι εκεί που θα’σαι ερωτευμένος ο άλλος (άνθρωπος) <βαρέθηκα να βάζω άλλος/η> θα σου πει ‘αγαπώ άλλον’; Όχι; Τότε φαντάζομαι σβήνεις και τα mail που σου’ρχονται και λένε ‘αν δεν το προωθήσεις σε 20 άτομα κάτι κακό θα σου συμβεί μη σπάσεις την αλυσίδα΄. Ε αν είσαι τόσο απελευθερωμένος, καν’το. Το πιο σωστό πάντως, σωστό πλην άτιμο, είναι να τον κάνεις να φύγει πρώτος. Εμ, εγώ θα στα λέω όλα; Δείξε τον χειρότερο εαυτό σου. Αν δε φύγει να μη με λένε Αργυρένια. Αν μείνει όμως, σ’ αγαπάει, μήπως να το ξανασκεφτείς;

Πάμε στην άλλη περίπτωση. Σε χώρισε; Τι σε νοιάζει περισσότερο; Ντόμπρα πες μου, μίλα ανοιχτά, οι δυο μας είμαστε. Είναι εγωισμός; Ότι έφυγε πρώτος; Είναι η μανία της απόρριψης; Αν είναι έτσι, τότε να ξέρεις ό,τι και να κάνεις δεν ξαναγυρνάει. Γιατί και να ξαναγυρίσει θα είναι για να πεις την τελευταία κουβέντα κι έτσι θα ξαναφύγει και θα μουτζωθεί και θα τον επιβεβαιώσεις που έφυγε αρχικά. Όπως και να’ χει, εγώ είμαι της ομοιοπαθητικής. Αυτό σου έλεγα πριν, κουτό. Οι χωρισμένοι είναι που γιορτάζουν. Γιατί έχουν πλάνα, πλέον. Από το να αλλάξουν το μαλλί, να γραφτούν γυμναστήριο, να κάνουν όνειρα πώς θα είναι το μετά, να φανταστούν όπως γουστάρουν τον επόμενο, να βρουν τα λάθη και να ετοιμαστούν για σωστά. Βάλε όλα σας τα βιντεάκια και άκου όλα σας τα τραγούδια. (αλήθεια πόσα έχετε;) Δες όλες τις φωτογραφίες και κάπνισε όλο το πακέτο σου (αν δεν καπνίζεις μην το αρχίσεις τώρα). Κουβέντιασέ το με τους φίλους σου μέχρι να σε βαρεθούν και μέχρι να βγάλει μπούκλες ο πιο δυνατός σου μυς (η γλώσσα ντε). Αλλά προς θεού. ΜΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕΙΣ.

Μη στείλεις sms, mms, instant messaging, link στο youtube. Μην κάνεις like,poke,share. Τίποτα. Ανασυγκροτήσου.

Ρίξε στο πρόσωπο ένα φως και κάνε ανάκριση μονάχος. Ε κάπου θα’φταιξες κι εσύ.

Ε; ε; ε; ε;

“Συνέχισε να αγαπάς, αλλά να σκέφτεσαι λιγότερο”. Θεϊκή συμβουλή. Από δικό μου μακαρίτη.

Πνίξε τη φαντασία σου. Μη σκέφτεσαι ‘τώρα θα είναι εκεί και θα κάνει αυτό’. Μη ρε. Δηλητηριάζεσαι.

Συνέχισε. Κάνε όνειρα. Με ανοιχτά τα μάτια. Φτιάξε το σενάριο που θες και οργανώσου για να το γυρίσεις στο πλατώ της δικής σου ζωής.

Διάβασε κάνα βιβλίο, ενημερώσου για το τι γίνεται στον κόσμο, ξεστραβώσου λίγο. Ξέφυγε από τον μικρόκοσμό σου.

Ξέρεις πότε χωρίζουν δύο άνθρωποι που αγαπιούνται αληθινά;

Ποτέ.

Πες τε μου έναν, έναν που να’ρθε και να μην ήθελε να μ’ αλλάξει κατά το κέφι του. Και τί είμαι εγώ για να μ’αλλάζουν, βρε αδελφέ; Γραμμόφωνο;

Φιλαράκι, έχω τρανσάρει από το πολύ γαλακτομπούρεκο. Επίσης είμαι με πιτζάμες κυριακάτικα στο σπίτι, κλειστή η τηλεόραση όπως πάντα, δεν ξέρω και γιατί την έχω εδώ μέσα, τη βάζω μόνο όταν θέλω να νιώσω ότι είμαι σε αλπικό τοπίο ακούγοντας τα χιόνια (να θυμηθώ να φτιάξω την κεραία μπορεί κάποτε ν’ αρχίσω να βλέπω πάλι). Αλκυονίδες μέρες σου λέει. Το ποδήλατο έχει ακόμα την τιμή επάνω. Οι ρόδες μαύρες σαν και τις σκέψεις μου. Δεν κατάφερα ούτε μέχρι το περίπτερο να πάω μ’ αυτό να πάρω τσιγάρα. Αλήθεια πότε θα το κόψω; Δεν είναι της παρούσης αυτό το άγχος. Τώρα με τρώει ένα άλλο. Τι σκατά κάνω λάθος στη ζωή μου.

 

Είμαι συλλέκτρια ελαττωμάτων. Κι ενώ τα δαιμονοποιώ και παλεύω να τα ξορκίσω, όταν βρεθεί κάποιος να μου τα επισημάνει, γαϊδουρώνω. Αν υπάρχει τέτοιο ρήμα. Κι αν δεν υπάρχει μόλις το επινόησα. Νομίζω το να επινοείς λέξεις είναι σύμπτωμα σχιζοφρένειας.  (Παύση για αυτοχαστούκισμα) Σκέφτομαι καιρό τώρα να εφαρμόσω τις γνώσεις μου πάνω μου. Και να κάνω swot analysis στον εαυτό μου βρίσκοντας τα δυνατά σημεία, τις αδυναμίες, τις ευκαιρίες και τις απειλές. Και μετά να καταλήξω σ ‘ έναν στόχο μπας και σωθεί ο Οργανισμός μου από την χρεωκοπία.

Έγραψα δέκα παραγράφους και τις έσβησα γιατί σκέφτηκα ότι κάποιοι ξέρουν ποια είμαι. Δεν είμαι μία απλή άγνωστη γραμματοσειρά. Κάποιοι ξέρουν να αντιστοιχούν τα λόγια μου εδώ μέσα με τη φάτσα μου και τα βιώματά μου. Κάποιοι μπορεί ν’ αναγνωρίσουν και τον εαυτό τους στον γραπτό μου λόγο. Κι εκεί έρχεται η αποτυχία ενός blog. Όχι όταν πάψουν να σου σχολιάζουν όπως παλιότερα, ούτε αν δε σε διαβάζουν. Αλλά όταν αυτολογοκρίνεσαι. Όταν ακόμα χειρότερα, παγιδεύεσαι στην ίδια σου τη γραφή και δε μπορείς να ξεσπάσεις όσο ήθελες. Ήθελα να γράψω ρε φίλε, απέτυχα. Με κατηγορούν ότι δεν ξέρω ν’ αγαπάω. Κι εσύ θα μου πεις ‘χεστήκαμε’. Κι εγώ θα σου πω ‘ με τις υγείες σου’. Μπορεί να είσαι απ’ τους άλλους που θα το διαβάσουν και πουν ‘νωρίς το κατάλαβες, όταν στο λεγα εγώ..’. Όπως και να’χει συνεχίζω. Εγώ γράφω για μένα. Αυτό το ημερολόγιο είναι δικός μου μπούσουλας. Άσχετο που ποτέ δεν μπήκα στον κόπο να διαβάσω ποτέ μία προηγούμενη καταχώρησή μου.

Να είδες, εντοπίσαμε μάνι μάνι (μα τι έκφραση αυτή το μάνι μάνι, άραγε τη λέει κανείς άλλος ή μόλις την επινόησα κι αυτή; ή μήπως είναι μία έκφραση που έχει καταργηθεί και προδίδω την ηλικία μου; ο.Ο) τι έλεγα καλέ; α, εντοπίσαμε τα λάθη μας με αυτόν τον παραλληλισμό στο blog. Αφ’ενός λειτουργώ όπως και με τα ποσταρίσματα. Γράφω ό,τι μου ρθει, δεν τα διαβάζω δεύτερη φορά ούτε για να τσεκάρω ορθογραφικά και πατάω ένα publish. Έτσι κάνω και στη ζωή μου. Ό,τι νιώσω. Μυαλό και λοιπά ζωτικά όργανα δε χωράνε. Μόνο ότι προστάξει η καρδιά. Φάουλ. Γιου φάουλ; Γιες γιου. Δεύτερο; Αφ’ ετέρου δλδ; Α ναι. Ότι δεν κοιτάω πίσω. Δεν ξαναδιαβάζω. Δε θυμάμαι. Δεν κάνω αυτοκριτική. Μμμ. Ναι. Αυτό. Έχω φοβερή απωθητική ικανότητα. Και ξεκινάω τάμπουλα ράσα. (ε βαριέμαι να το γυρνάω στ’ αγγλικά).

Δεν υπήρξε ούτε ένας άνθρωπος στη μέχρι τώρα ζωή μου, που να μη ζήτησε ν’ αλλάξω. Είτε κανονικά, σαν όρος, είτε έμμεσα, μέσα από χειραγώγηση. Κανείς μα κανείς δε με μπόρεσε γι αυτό που είμαι. ‘Πολύ εξωστρεφής’ . ‘Παρεξηγήσιμα κοινωνική’. ‘Κουραστικά κυκλοθυμική’. ‘Υπέρμετρα συναισθηματική’. ‘Αφόρητα αυτάρκης’. Αλλά πάντα έπεφταν στο τραπέζι ατάκες όπως ‘είσαι η γυναίκα της ζωής μου’. ‘Είσαι η καλύτερή μου φίλη’. ‘Είσαι το άλλο μου μισό’.

Πώς γίνεται να μ’ αγαπάς και να μη με θες γι αυτό που είμαι; Πώς γίνεται να μ’ αγαπάς και να μου ζητάς ν’ αλλάξω;

Πώς γίνεται να μ’ αγαπάς και να με φοβάσαι; 

Βασικά, πώς γίνεται ν’ αγαπάς; Πώς αγαπάει κανείς;

 

Και δηλαδή πού το κακό να φεύγω όταν δεν περνάω καλά; Τι είμαι;  Εχμ. Σκατά. Χειρότερα γίνομαι. Πάμε πάλι.

Είναι τραγική ειρωνεία, τη μοναδική φορά που είμαι εγώ, απόλυτα εγώ και νιώθω να με δέχεται ο άλλος ακριβώς γι’ αυτό που είμαι, ζουμπουρλού, σκατοπερίεργη, ιδιότροπη, με τις ώρες μου, ή το απόλυτο τρολλ ή ή απόλυτη ντράμα κουίν, φλύαρη, τεμπέλα, ονειροπόλα, γουτγουτ όλη την ώρα ή κρυόκωλη, τη μοναδική φορά που δεν παίζουν ρήματα όπως ‘ενθουσιάστηκα’, ‘καψουρεύτηκα’, ‘ερωτεύτηκα’, ‘έχω κολλήσει’, ‘έχω φάει πρόλογο’,  αλλά ‘αγαπώ’, να με κατηγορούν ότι το κάνω λάθος. Αυτό ήθελα να πω κύριε Πρόεδρε. Ο μάρτυρας δικός σας.

(και ρε πστ, έκανα ένα σκανάρισμα και διάβασα καθέτως όσα ποστ άντεξα γιατί γράφω σεντόνια η πιτάνα, είναι φως φανάρι, ψάχνω την αγάπη, η αγάπη αναζητείται, δεν υπάρχει κείμενο που να μη μιλάω γι αυτό εκτός κι απ’ αυτά που γράφω για τον παπανδρέου, πώς είναι δυνατόν να με κατηγορούν ότι δημητροματσουκίζω; ότι παίζω; ότι είμαι ένας εγωισμός απ’ την κορυφή ως τα νύχια; κρίμα, αδικία, ντροπή και όνειδος, σκηνοθετικό λάθος, θέλω να σπάσω το λαπτοπ, αλλά έχε χάρη που καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται)

Πήγα να προσκυνήσω που λες και ήταν σκοτεινά στην εκκλησία και δεν υπολόγισα καλά την απόσταση ούτε πρόσεξα ότι το τζάμι είναι πιο μακριά απ’ το εικόνισμα του Αγίου Σπυρίδωνα και μάλλον έπαθα διάσειση. Και αφού έγιναν όλα αυτά και γελούσα μόνη μου κι ο αντίλαλος ακουγόταν στη Χασιά, πήγα σούπερ μάρκετ και κουβάλησα δύο εξάδες νερό για περίπου δύο χιλιόμετρα με αποτέλεσμα σήμερα να στρίβω το κεφάλι μου σετ με το υπόλοιπο σώμα και για πρωινό να παίρνω μεσουλίντ. Ζυγίστηκα κιόλας για να τριτώσει το κακό και μόλις είδα το αποτέλεσμα της την είπα της ζυγαριάς, δε σε ρώτησα πότε έγινε η μεταπολίτεεεεευση! Και πήγα γυμναστήριο κι άρχισα διατροφή και έχω φτάσει ήδη στον γαλλικό μάη της επανάστασης ελπίζοντας σύντομα τα κιλά μου να θυμίζουν χρονολογίες ελληνικού εμφυλίου ξανά.

Πρέπει να είμαι η μοναδική που σήμερα ξέχασε να πάρει ομπρέλα. Πρέπει να είμαι η μόνη που αποκοιμιέται στο λεωφορείο. Σε κάθε στροφή κουτουλάει το κεφάλι μου στο τζάμι αλλά αδυνατώ να ξυπνήσω και συνειδητοποιώ τι γίνεται απ’τα χάχανα των γύρω και απ’ τα πολυάριθμα καρούμπαλά μου.

Παντρεύεται η κολλητή μου στα’πα; Παντρεύεται κι ο κολλητός μου. Όχι αναμετάξυ των, καλέ.  Θα το διαχειριστώ σε ένα επόμενο επεισόδιο, ακόμα είμαι σε άρνηση, παρά την κουμπαριά.

Αναρωτιέμαι, άγνωστε, αν ζούσε σήμερα ο Τάσος Λειβαδίτης και γνώριζε ξανά το κορίτσι με το κίτρινο φόρεμα και τα καφέ λουλούδια στις τσέπες, αν της έγραφε  “Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρα σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες την μεγάλη σου άνοιξη. Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ… Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει… Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου επάνω στο χιόνι εμένα είναι ο κόσμος μου. Δεν θα σου πω τίποτα μόλις βγεις θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, και αν αυτό σε πειράζει μπορώ να’ ρχομαι πίσω σου σαν το σκυλί… Και όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάζει δεν θα’ ναι για μένα το σκληρό χώμα τον νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της… ποδοπάτησε με να’ χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις…” δε θα του έστελνε εξώδικο και ασφαλιστικά μέτρα για σεξουαλική παρενόχληση;

Βρέχει, κάνει κρύο, βρήκα τον άνθρωπό μου.

Δεν ξέρω αν θα είμαι ποτέ μαζί του, αλλά τον βρήκα.

Και δεν είναι ποιητής, είναι κάφρος. Και δεν είναι ιππότης, είναι πότης.

Αλλά με λέει αγάπη του κι εγώ πεθαίνω από ευτυχία.

Θα περιμένω λίγο ακόμα.

Μετά θα γυρίσω στην ποίηση του Χριστιανόπουλου. Για βασανισμένους έρωτες.

Αυτή του Ελύτη, της Δημουλά, μα και του Λειβαδίτη ακόμα είναι για το απόλυτο μαζί.

Κι εγώ τείνω στο απόλυτα χαζή.

Και στη μοναξιά μου.

Στην γλυκειά , υπέροχη, γαργαλιστική μοναξιά μου.


Άχι βάχι.

Λυποῦμαι γιατὶ ἄφησα νὰ περάσει ἕνα πλατὺ ποτάμι
μέσα ἀπὸ τὰ δάχτυλά μου
χωρὶς νὰ πιῶ οὔτε μία στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στὴν πέτρα.
Ἕνα μικρὸ πεῦκο στὸ κόκκινο χῶμα,
δὲν ἔχω ἄλλη συντροφιά.
Ὅ, τι ἀγάπησα χάθηκε μαζὶ μὲ τὰ σπίτια
ποὺ ἦταν καινούργια τὸ περασμένο καλοκαίρι
καὶ γκρέμισαν μὲ τὸν ἀγέρα τοῦ φθινοπώρου.

Ο χρήστης Αργυρένια μόλις συνήλθε!

κλικ

Αν μπορώ να κάνω μία ευχή για μένα, είναι η χρονιά να συνεχίσει όπως μπήκε. Με αλήθεια, γέλια τρανταχτά, φίλους σωστούς, αυτοσχέδια πάρτι, χορούς, πλούσιο τραπέζι, φλύαρα βλέμματα,  δημιουργικές σιωπές, γενναίες αποφάσεις.

Αν μπορώ να κάνω μία ευχή για εσάς, είναι να αποφεύγετε τα λόγια, να διαβάζετε τις πράξεις, να λέτε όχι σε κάθε τι τοξικό. Να μην αναλώνεστε. Να ζείτε την κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία αλλά με μία κρυφή επιθυμία του πώς να’ ναι η επόμενη.

Δύο φλουριά, νέοι άνθρωποι, ήλιος, ωραία μουσική και καινουργίλα σε όλα.

Τι άλλο να θελήσει κανείς γαμώ τη μπιτάναμ΄;

Φιλί γλυκό…

Παίξτε κι ας χάσετε. Απλά μην ανακατεύετε άλλο την τράπουλα. Το καλό φύλλο σκάει , πιστέψτε με, εκεί που δεν το περιμένετε πια.

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ «ΑΓΑΠΗ»

Τεχνική Υποστήριξη: Παρακαλώ, πως μπορώ να βοηθήσω;

Πελάτης: Χμ… μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισα να εγκαταστήσω το πρόγραμμα που λέγεται “Αγάπη”.
Μπορείτε να με καθοδηγήσετε πώς να το κάνω;

Τ.Υ. : Φυσικά μπορώ. Είστε έτοιμος να ξεκινήσουμε;

Π: Είμαι λίγο άσχετος από τεχνολογία, αλλά ας προσπαθήσουμε. Τι πρέπει να κάνω;

Τ.Υ.: Το πρώτο βήμα είναι να εντοπίσετε και να ανοίξετε το παράθυρο “Η Καρδιά μου”.
Μπορείτε να την εντοπίσετε;

Π: Ναι, αλλά υπάρχουν άλλα τόσα προγράμματα που τρέχουν αυτή τη στιγμή. Υπάρχει πρόβλημα να εγκαταστήσω το “Αγάπη” ενώ τρέχουν τα άλλα;

Τ.Υ: Ποια προγράμματα τρέχουν τώρα;

Π: Μισό λεπτό να δω… υπάρχει ένα που λέγεται “Παλιά Τραύματα”, “Χαμηλή Αυτοεκτίμηση”, ένα άλλο “Μνησικακία” και “Εκδίκηση”.

Τ.Υ.: Δεν υπάρχει πρόβλημα. Μόλις εγκαταστήσετε το πρόγραμμα ‘Αγάπη’, θα διαγράψει βαθμιαία αυτά τα προγράμματα αυτά από το λειτουργικό σύστημα.
Μπορεί να παραμείνουν στη μνήμη αλλά δεν θα εμποδίζουν τη λειτουργία άλλων προγραμμάτων.
Το πρόγραμμα “Αγάπη” θα αντικαταστήσει το “Χαμηλή αυτοεκτίμηση” με μια άλλη ενότητα που λέγεται “Υψηλή αυτοεκτίμηση”.
Όμως, θα πρέπει να διαγράψετε οριστικά τα υπόλοιπα δύο προγράμματα: “Μνησικακία” και “Εκδίκηση”.
Αυτά τα δύο εμποδίζουν την εγκατάσταση του προγράμματος ‘Αγάπη’.

Π: Πως γίνεται να τα διαγράψω; Μπορείτε να μου πείτε;

Τ.Υ.: Με χαρά. Πηγαίνετε με το ποντίκι στην οθόνη σας κάτω αριστερά, εκεί που λέει ‘Εκκίνηση’ και επιλέξτε το πρόγραμμα “Συγχώρεση” και κάνετε ένα κλικ.
Επαναλάβετε τη διαδικασία όσες φορές χρειαστεί μέχρι να διαγράψετε τελείως τα δύο προγράμματα.

Π: Α, ωραία! Έγινε κιόλας. Ώχ… όμως το πρόγραμμα “Αγάπη” ξεκίνησε μόνο του την εγκατάσταση. Είναι φυσιολογικό αυτό;

Τ.Υ.: Ναι, αλλά να θυμάστε ότι έχετε μόνο τη πρώτη έκδοση του βασικού προγράμματος. Θα χρειαστεί να συνδεθείτε με άλλες “Καρδιές” για να κάνετε αναβάθμιση.

Π: Ωχ! Μου εμφανίζεται ένα μήνυμα λάθους που λέει: ‘Error – Το πρόγραμμα δεν μπορεί να λειτουργήσει με εξωτερικές παρεμβάσεις’… τι είναι αυτό;

Τ.Υ.: Μην ανησυχείτε. Αυτό σημαίνει ότι το πρόγραμμα “Αγάπη” έχει φτιαχτεί για να τρέχει με εσωτερικές “Καρδιές” αλλά δεν έχει ακόμα τρέξει στη δική σας “Καρδιά”.
Σε μη-τεχνική γλώσσα, σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να αγαπήσετε τον εαυτό σας πριν είστε έτοιμος να αγαπήσετε τους άλλους.

Π: Δηλαδή; Τι κάνω τώρα;

Τ.Υ.: Κατεβάστε το πρόγραμμα “Αποδοχή εαυτού” και κάντε κλικ στα παρακάτω αρχεία: “Συγχώρεση εαυτού”, “Συνειδητοποίηση της αξίας μου”, “Αναγνώριση των ορίων μου”.

Π: Εντάξει, το έκανα.

Τ.Υ.: Ωραία. Τώρα αντιγράψτε αυτά τα αρχεία στο βασικό σας φάκελο “Η Καρδιά μου”.
Το σύστημα θα διαγράψει οποιοδήποτε ασύμβατο αρχείο και θα επιδιορθώσει τα όλα τα λανθασμένα αρχεία.
Επίσης, χρειάζεται να διαγράψετε τα “Αρνητική Κριτική”, “Φλυαρία”. Μετά πηγαίνετε στο Κάδο ανακύκλωσης και διαγράψτε τα οριστικά και από εκεί.

Π: Έγινε. Ωπ!! O φάκελος “Η Καρδιά μου” αρχίζει να γεμίζει με νέα αρχεία. Τα “γαλήνη” και “πληρότητα” αντιγράφουν μόνα τους τα αρχεία στο φάκελο “Η Καρδιά μου”.
Είναι φυσιολογικό αυτό;

T. Y.: Ναι. Αυτό δείχνει ότι το πρόγραμμα “Αγάπη” έχει εγκατασταθεί και ήδη τρέχει. Κάτι τελευταίο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο.
Το πρόγραμμα “Αγάπη” είναι free, δεν χρειάζεστε κωδικό ενεργοποίησης, γι’ αυτό δώστε το σε όσους μπορείτε.
Μπορεί να σας ανταποδώσουν μερικά καλά αρχεία για αναβάθμιση.

Δεν το’χα φανταστεί έτσι ρε συ. Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε το ζόρι όμως. Όταν σταμάτησα να το φαντάζομαι ή τη στιγμή εκείνη που το σχεδίαζα; Μετράω απ’ το εκατό ανάποδα μέχρι το μηδέν να αλλάξει η διάθεση. Αφού συνήθως τόσο κρατάνε όλα. Ενάμιση λεπτό. Κι η αίσθηση του ‘πωπω αυτό που ζω τώρα είναι καθαρή ανόθευτη ευτυχία’. Και το συναίσθημα ‘χριστέ μου θα εκραγώ ας σταματήσει να μιλάει’. Ακόμα και το ‘δε μπορώ να ανασάνω απ τα γέλια, δεν έχω οξυγόνο’. Κι ακόμα καλύτερα ή χειρότερα το ‘θα αδειάσει το βλέμμα μου από το τόσο κλάμα’.
Μηδένισα μα αυτή η απογοήτευση δε μου’φυγε.

Έλα λίγο στον κόσμο μου αν τολμάς. Θα μιλάω ακατάπαυστα και με εικόνες θα σου περιγράφω συναισθήματα ή αναμνήσεις. Δε θ’ αντέξεις την ένταση και θα με ρωτήσεις ‘τι πίνεις ρε;’. Θα σου απαντήσω με το κλισέ ‘λίστεριν’. Και μετά θ’ αρχίσω να σπάω δάχτυλα και το κεφάλι μου. Εγκλωβίζομαι εγώ στην ταμπέλα που μου φοράς ή εγκλωβίζεσαι εσύ σ’ αυτό που βλέπεις;

Μοιραζόμουν πάντα το παιδικό μου δωμάτιο και για να κοιμηθώ φανταζόμουν πώς θα είναι ο δικός μου χώρος. Πού θα έχω τις μπιμπιμπό, πού τον κέρμιτ μου, πού τα βιβλία της Πολυάννας, πού τις παντοφλίτσες σκυλάκια. Το σχεδίαζα με τόση λεπτομέρεια που καμιά φορά μ’ έπαιρνε ο ύπνος την ώρα που ονειρευόμουν με τα μάτια ανοιχτά σε ποιο σημείο θα παίζω κουζινικά και σε ποιο τα πλέιμομπίλ μου. Κάποια βράδια με ταλαιπωρούσε η σκέψη ότι μπορεί να μπει κλέφτης στο φανταστικό μου δωμάτιο και είχα σχεδιάσει μέχρι και καταπακτή για να κρύβομαι, δίπλα στο κρεβάτι, μπροστά απ’ το κομοδίνο, κρυμμένη μ ένα στρογγυλό χαλάκι με ζωγραφισμένη μαργαρίτα. Πόσο καμένο παιδί; Ένα από αυτά τα βράδια άκουσα όντως την πόρτα ν’ ανοίγει και άκουσα βήματα στο παρκέ να με πλησιάζουν. Κουκουλώθηκα, άρχισα να τρέμω κι έκλεισα τ’ αυτιά μου (δεν ξέρω γιατί κλείνω πάντα τα αυτιά μου όταν τρομάζω κι όχι τα μάτια μου). “Μπαμπά εσύ είσαι ή κάνας κλέφτης;” Κι άκουσα τον μπαμπά μου να γελάει και να μου λέει καληνύχτα.

Τώρα τελευταία βάζω στην τσάντα μου βιβλία με συνταγές. Το καλύτερό μου αν τύχει ν’ αργήσει το λεωφορείο. Κάθομαι και τα ξεφυλλίζω. Με φαντάζομαι στην μελλοντική μου κουζίνα. Να φτιάχνω πίτα ηπειρώτικη και λαχανοντολμάδες, να παίζω με τις κουτάλες και τις κατσαρόλες που κρέμονται από πάνω μου. Τρανσάρω τόσο πολύ ενώ το σκέφτομαι που με “βλέπω” την ώρα που τρίβω το πιπέρι καθώς ακούγεται το Kiss of fire. Ακούω το κουδούνι, γέλια , χαρές,  τρώμε και πίνουμε αναρωτιόμαστε ‘παλέρμο ή ταμπού;’. Κι έπειτα να σκέφτομαι ότι το γρουσουζεύω που το σκέφτομαι και καλύτερα να πάψω να φαντάζομαι τη μελλοντική ρουτίνα μου. Ποιες οι πιθανότητες να είναι βγαλμένη από διαφήμιση της Άλτις;

Μου’πε μία φίλη ‘ρε μαλάκα, να ονειρεύεσαι με τα μάτια ανοιχτά. Είναι σαν λευκή μαγεία’. Τι λε ρε φίλη. Είμαι προληπτική, διπολική και ψυχαναγκαστική. Ένα ταξίδι στην Κούβα είχα αποφασίσει να κάνω κάποτε (όταν ακόμα πληρωνόμουν καλά) και το σκέφτηκα με τόσες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που όταν ήρθε η ώρα να κλείσω τα εισιτήρια είχα γκώσει. Μιζέρια το λες που δεν κάνω πια όνειρα; Εγώ το λέω προστασία.

Πρέπει να ήταν μπόμπα αυτό που ήπια απόψε. Ή τέλος πάντων δεν έπρεπε να το έχω συνδυάσει με τον έβδομο καφέ της ζωής μου. Περπατούσα απ’ το μετρό στο σπίτι και έβρεχε τόσο γλυκά που δε μπήκα καν στον κόπο να ανοίξω την ομπρέλα. Οι μπότες μου έκαναν έναν θόρυβο γαμάτο, μυθιστορηματικό, σαν της Κάντι Κάντι όταν περπατούσε στο πλακόστρωτο.

Ρε φίλε, βαρέθηκα να με βλέπω με τα μάτια τρίτων. ‘Η μοιραία γυναίκα’, ‘φοβάται τη δέσμευση’, ‘αυτή; πρωκτικά καθηλωμένη’, ‘θες αυτό που δεν έχεις, όταν το αποκτήσεις θα το βαρεθείς κι αυτό’, ‘το καλό κορίτσι’, ‘ο γκιόζης της παρέας’.  Μη μου δίνεις ρόλους, ήμαρτον.  Δεν είμαι η Ζωή Λάσκαρη, δε θα σε κάψω κι εσένα, δεν ψάχνω για νέους μακαρίτες. Αλλά ούτε κι η Νόρα Βαλσάμη είμαι, δε θα υπομείνω τα πάντα για να μπορέσω να ενορχηστρώσω καλύτερα τη μαγειρική και τη φιλοξενία στην υπέροχη υποθετική κουζίνα μου. Όχι άλλοι σωτήρες. Ούτε άλλα πριγκηπόπουλα με άσπρα άλογα. Ξέρει κανείς να νιώθει “σ’ αγαπώ” κι όχι απλά να το κλίνει;

Με κάθε άνθρωπο ξεδιπλώνουμε κι άλλη πτυχή, ανακαλύπτουμε μία νέα πλευρά μας. Ε; Ναι θα λες.

Ε δε μου πάνε οι μέχρι τώρα πτυχές, άρα δε μου πάνε κι οι άνθρωποι.

Αν δε λιώσουμε μαζί, πώς θες να γίνουμε ένα;

Νομίζω πώς δεν έχει νόημα να σκέφτομαι τι θα γίνει όταν. Τελεία. Πώς θα είναι το του χρόνου.

Κάθομαι και σκέφτομαι, όταν θα βρω την καλή δουλειά, θα σηκώνομαι πρωί, θα πηγαίνω για τρέξιμο. Μετά θα τρώω το πρωινό μου, θα πηγαίνω βόλτα τα σκυλιά και τότε βουρ για το μετρό. Στο σχόλασμα κάναν καφέ, μετά λίγο ίντερνετ, μετά χορό. Κι όλα αυτά μπορεί να μη γίνουν ποτέ. Γιατί μπορεί να μη βρω ποτέ καλή δουλειά. Όταν θα γνωρίσω τον άνδρα της ζωής μου, θα του βάζω ραβασάκια στις τσέπες να τα βρίσκει όταν θα πηγαίνει στο γραφείο ή θα λείπει σε ταξίδι. Θα του δίνω ραντεβού σε μπαράκια και θα πηγαίνω λίγο πιο μετά, θα κάθομαι απέναντί του παριστάνοντας την ξένη και θα φλερτάρουμε κάθε φορά απ’ την αρχή. Πφφφφφφφφφφφ. Με βαρέθηκα.

Δεν υπάρχει καλή δουλειά και δεν υπάρχει ο άνδρας της ζωής μου. Δεν υπάρχει ιδανικό δωμάτιο και μόνο με mdma θα μαγειρεύω κάθε μέρα σαν να είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά. Με ποδιά και δωδεκάποντο, με κέφι και φαντασία, χωρίς καμμένη πίτα (δεν ξέρω καν ν’ ανοίγω φύλλο, σύνελθε αργυρένια). Και ποια ανοίγει φύλλο δηλαδή και φτιάχνει πίτα και μετά αντιστέκεται και δεν τρώει έξι κομμάτια; Εγώ ένα ραβανί έφτιαξα και μέχρι να ζεσταθεί ο φούρνος το είχα φάει ωμό με το δάχτυλο.

Αυτά τα ‘από δευτέρα’, τα ‘όταν θα’, τα ‘όταν ξεκαθαρίσουμε’, ‘όταν περάσει η κρίση’, ‘όταν αδυνατίσω’, ‘όταν καταλάβει ποια είμαι’ είναι τόσο μα τόσο παγίδες. Ενεχυριάζουν το παρόν μου. Τι περιμένω γαμώτημπουτάναμ;

Νομίζω ότι ξε(πε)ρασα το τελευταίο μου ‘ναρκωτικό’.
Και δεν πρόλαβα να βρω τη ‘μεθαδόνη’ μου.
Αλλά ίσως αυτή βρίσκεται στο ότι δε χρειάζεται να είναι όλα ιδανικά για να κάνω τη ζωή μου όπως θέλω.
Μόνη μου μπορώ να φτιάξω τις συνθήκες. Κι όχι να περιμένω να προκύψουν αυτές για να φτιάξω εμένα.

Κάτσε ν’ ανάψω ένα τσιγάρο. Μέχρι να το σβήσω θα πρέπει να’χω σβήσει κι έναν άνθρωπο.

Υ.Γ1 δηλαδή τώρα που κλείνω υπολογιστή και φως στο κομοδίνο, τι θα ονειρευτώ για να κοιμηθώ; Θα γίνω μια συνηθισμένη που μετράει στρούγκες από πρόβατα; Ε όχι. Θα τολμήσω. Να αποφασίσω κι όχι να κάνω εξαγγελίες. Από το πρωί που θ’ ανοίξω τα μάτια μου τέρμα οι πλάνες. Ότι δεν είναι αληθινό, του πρέπει να πεθαίνει.

Υ.Γ2 Κοίτα εγώ, αν μου επιτρέπεις
δεν είμαι μόνο αυτό που βλέπεις
Κι είναι φορές που αναρωτιέμαι
πώς καταφέρνω και κρατιέμαι

Του το κρατάω αυτού του κόσμου
που δε μου ανήκει ο εαυτός μου
Γι’ αυτό τα δίχτυα που του ρίχνω
είναι όσα θέλω εγώ να δείχνω.-

Νομίζω ότι δεν αξίζει να παραμένεις σ’ ένα λιμάνι όταν δεν έχει καν που να δέσεις, ε;
Επιστροφή στο πέλαγος.
Και στην υπέροχη αυτοκαταστροφική μαλακία που με δέρνει.

Τα λέμε σε λίγο.

ΤΕΛΟΣ Β’ ΚΥΚΛΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ.

Θα ξημερώσει πάλι το αύριο κι αυτό θα γίνει χθες.
Νύχτα που δε ξημέρωσε, μέρα που δε βραδιάζει.
Θα προσπαθώ στο βλέμμα σου να μάθω τι με θες.
-τα χιλια δυο σου αγγίγματα ο νους δε λογαριάζει-

Μαζί, για όσο, άσε με σ’ ένα όνειρο ρόλο να σου δώσω.
Μαζί, για όσο, σε περιμένω μια ζωή την αυλαία να σηκώσω.

Θα ψάχνω στις ανάσες σου να σχηματίσω λέξη
Θα χάνομαι μες στις σιωπές και θα σε μεταφράζω
κι όταν από τα μάτια σου λίγη συμπόνια βρέξει
ντυμένη τις σταγόνες σου αγάπη εγώ θα στάζω.

Μαζί, για όσο, άσε με σ’ ένα όνειρο ρόλο να σου δώσω.
Μαζί, για όσο, σε περιμένω μια ζωή την αυλαία να σηκώσω.

Θα βαφτιστώ στα δάκρυα αυτή θα είναι η νίκη σου.
Χωρίς φόβο, με πόνο, χωρίς λάθος, με πάθος
Δική σου θα’ μαι πια, καταδική σου, καταδίκη σου.
Αφού το ξέρεις πια, είμαστε ίδιοι κατά βάθος.

Μαζί, για όσο, άσε με σ’ ένα όνειρο ρόλο να σου δώσω.
Μαζί, για όσο, σε περιμένω μια ζωή την αυλαία να σηκώσω.

Όταν γνώρισα τον Σούπερμαν, δεν είχα ιδέα ότι έκανα χειραψία με τον Σούπερμαν.
Δε φορούσε κολάν, ούτε το σώβρακο πάνω από το κολάν. Δεν είχε ζελέ στο μαλλί ούτε ανέμιζε η κάπα του.
Όταν γνώρισα τον Σούπερμαν, είχα πάψει από καιρό να πιστεύω ότι υπάρχει ο Σούπερμαν.
Κι επειδή ανέφερα πολλές φορές τη λέξη Σούπερμαν και δεν ξέρω τι παίζει με όσα τελειώνουν σε -μαν, μπορεί να την πάθω όπως τόσοι και τόσοι με τον Κάντιμαν…που άμα πεις τρεις φορές το όνομα του κάντιμαν μπροστά σε καθρέφτη έρχεται με τον γάντζο και σε σκοτώνει;; Μα καλά, δε βλέπαμε τα ίδια θρίλερ; Τέλος πάντων, σταμάτα να μου αποσπάς την προσοχή, θέλω να σου μιλήσω για τον σουπ..για τον Καλ-Ελ.

Τον δικό μου τον ήρωα, όταν με ρώτησε με τι ασχολούμαι, προσπάθησα να τον τρολλάρω. ‘Εχω γραφείο τελετών’ του είπα. Και περίμενα την αποδοκιμασία. Το στρίψιμο της πλάτης και το κοίταγμα στον μπαρμαν ‘πάλι σε τρελή πέσαμε’. Ο δικός μου ο Σούπερμαν όμως, μου είπε ότι συνεργάζεται με τον χώρο. Φτιάχνει τα παπούτσια που φοράνε στους νεκρούς. Συγκεκριμένα, δεν είναι παπούτσια, τι να τα κάνουν τα παπούτσια άλλωστε όσοι κοιμούνται τον Ανεξύπνητο. Θα μου πεις, ξυπόλυτοι θα walk the valley of death? και θα χεις τα δίκια σου αλλά σε παρακαλώ, δεν είναι της παρούσης. Ο Καλ-Ελ ισχυρίστηκε ότι φτιάχνει μόνο τις μύτες των παπουτσιών, αυτά που φαίνονται να προεξέχουν απ την κάσα. Τον άκουσα, έπνιξα το γέλιο μου και συνεχίσαμε να μιλάμε μακάβρια για κάνα δεκάλεπτο με το μάτι έτοιμο να στάξει από συγκίνηση που τρολλάραμε live σ’ ένα post προφορικό, καταδικασμένο σε έλλειψη likes και comments.

Όταν Τον γνώρισα, δεν πρόσεξα τίποτα πάνω του. Δε θυμάμαι τι φορούσε, αν μύριζε κάποιο αναγνωρίσιμο άρωμα, αν συνοδευόταν. Θυμάμαι μόνο πώς γέλαγε. Πώς έσμιγαν τα φρύδια του κι έκανε ένα περίεργο κινέζικο ιδεογραμματάκι στο κούτελο ενώ μιλούσε ή άκουγε. Μέχρι να ξαναδώ τον SM (Eεεε βαρέθηκα να το γράφω ολόκληρο, ζμπάθα με) πέρασαν μήνες. Δεν άκουγα τίποτα στις ειδήσεις για Εκείνον. Δεν είχα ιδέα αν σώζει κόσμο, γάτες από δέντρα, κορίτσια από βουλιμία, νταρντάνες από εθισμό στο ίντερνετ. Εαρινή ισημερία τον γνώρισα, φθινοπωρινή κατάλαβα ότι είναι από άλλο πλανήτη.
Είχα ήδη βρεθεί υπό τη μαγγανεία του.

Ο SM έχει αδυναμίες ανθρώπινες, όπως πρέπει σε κάθε Θεάνθρωπο. Ξεδιψάει με τάνκερέι τόνικ, εκμεταλλεύεται τις ακτίνες χι που έχει και κάνει ζουμ σε γκώλο τσουπωτό ακόμα κι αν ο ίδιος αποτρέπει έκρηξη στην Φουκοσίμα ενώ ο εν λόγω γκώλος διασχίζει την Τσαμαδού. Είναι πολύ καλός πωλητής. Ειδικεύεται στα παραμύθια και στον έρωτα. Αλλά όλα αυτά είναι πταίσματα γιατί ξέρεις ότι φταίει το κοκτέηλ στα γονίδια που του δόθηκαν: λίγα γήινα, μα μπόλικα απ τον Κρύπτον. Και τώρα που’ πα Κρύπτον.. Ένας τρόπος υπάρχει για να χάσει τη δύναμή του ο SM: να χρησιμοποιήσεις το μόριο ‘θα’ σε κάποια από τις προτάσεις σου και να τον αφορά. Τον Καλ-Ελ δεν τον μέλλει το μέλλον. Ζει για τη στιγμή κι αν είσαι τυχερός και τη ζεις μαζί του, τότε έχεις υλικό για να γράψεις μυθιστόρημα, αν καταφέρεις δηλαδή και γεράσεις και έχεις μία ικανοποιητική σύνταξη που να σου προσφέρει μία κουνιστή καρέκλα πλάι σ’ ένα παράθυρο με θέα έστω τον Σκαραμαγκά και ένα λαπτοπ. Αλλά ξεφεύγω απ το θέμα ως συνήθως, κάνω αναστροφή βγάζοντας και όχι τρώγοντας φλας και συνεχίζω.

Όταν γνώρισα τον SM ήμουν πλέον πεπεισμένη ότι το είδος του άνδρα, πέραν του ότι τελεί υπό εξαφάνιση, έχει πλέον εξερευνηθεί αρκετά και δεν απομένουν πορίσματα για περαιτέρω έρευνα. Θεωρούσα ότι χωρίζεται στις κατηγορίες Digamus lamogium, Ziliarogatae, Sexomanidae, Tsigunious Varetonoidea και Mikrotsutsunus humorlessium. Τώρα ξέρω ότι υπάρχει και το Toogoodtobetruem.

Είναι ο άνδρας που έχει ξεπηδήξει από όλες τις ταινίες που σου σάλεψαν τον νου στην εφηβεία, κάθε φορά που φαντασιωνόσουν ότι είσαι εσύ η Μεγκ Ράιαν ή Σάντρα Μπούλοκ, ακόμα και η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Είναι ο άνδρας που γκρινιάζεις ότι έχασες εκατό ευρώ και σε προκαλεί να ψάξεις μέσα στην τσάντα σου ξανά, για να τα βρεις τελικά καταχωνιασμένα σε μία θήκη και να ξέρεις πως, σαν άλλος Αλεξανδράκης απ’ το Κλωτσοσκούφι, τα έβαλε εκείνος.

Είναι ο άνδρας που στην καινούρια σου δουλειά την πρώτη βδομάδα σπας με τη γάμπα σου μία πρίζα κ έρχεται και στην αλλάζει, τη δεύτερη σπας ένα γυάλινο γραφείο κ έρχεται να σε πάει σπίτι σου γεμάτη αίματα, την τρίτη που θα ‘χεις σπάσει και τα νεύρα του αφεντικού θα σε πιάσει απ το χέρι και θα σε πάει βόλτα πετώντας στην στρατόσφαιρα.

Υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό απ’ τον ίδιο τον Σούπερμαν; Ναι, η ανάγκη να πιστέψεις και πάλι στον Σούπερμαν. Ακόμη κι αν τελικά εκείνος καταλήξει στη Λόις Λέιν κι απλά πειραματίζεται προσωρινά με τη δική σου χαριτωμένη υστερία, δεν είναι προτιμότερο να βαυκαλίζεσαι ότι σίγουρα λίγο πριν την έκρηξη, απ’ τον πλανήτη του ο Τζορ- Ελ , θα’ στειλε κι άλλους με τα ίδια χρωμοσώματα;

Is it an illusion? Is it a phantasy? Nooo, it’s Supermaaaan.

Τρέμω την ώρα που το γράφω, ζαλισμένη απ’ τη μεσημεριανή λιποθυμία, πιο πολύ δηλαδή ζαλισμένη από την μεσημεριανή ταπείνωση του να “βρίσκω” παραπατώντας με το μπούτι μου σε μία γωνία γραφείου κι αυτό να γίνεται σκόνη και θρύψαλα μαζί μου, μήπως ο SM βγει Λεξ Λούθορ. Αλλά για λίγη ελπίδα δε ζούμε; Αν έλεγε τώρα ο Παπαδήμος, δε σας κόβω τους μισθούς, δε σας κόβω τις συντάξεις, κι αύριο μέτρα είναι not, ακόμα κι αν δεν τα υλοποιούσε, έτσι για λίγο, αυτό το χαμούρεμα στ’ αυτάκια μας, δε θα έκανε ένα φουυυυ θετικής ενέργειας σε όλα; Μήπως η ειλικρίνεια είναι υπερεκτιμημένη; Μήπως δεν την αντέχουμε; Μήπως έχουμε ξεχάσει ότι το να κάνουμε όνειρα με ανοιχτά τα μάτια είναι σαν λευκή μαγεία; Κι ότι αυτά μπορούν να βγουν; Ίσως, μπορεί, πιθανόν, Δ.Γ.Δ.Α;

Τι είναι πιο σημαντικό σε μία σχέση; Το να έχεις καλή σεξουαλική ζωή; το να σου παρέχεται συναισθηματική ασφάλεια; το να έχεις έναν μπούσουλα πώς θα είσαι σε χι χρονικό διάστημα από τώρα; Όχι. Άκου με. Τόσες και τόσες περιστροφές έχει συμπληρώσει η Γαία γύρω από τον Ήλιο από την εισχώρησή μου στον χωροχρόνο σας. Αυτό που μετράει, είναι να είσαι ο εαυτός σου, εκατό τοις εκατό, με τις ανασφάλειες, τις γκρίνιες, τις πασαλειμμένες μάσκαρες, τους μαύρους κύκλους, το μαρούλι στα δόντια, τα νευρικά γέλια, τα καραγκιοζιλίκια τις πιο ακατάλληλες στιγμές..με αυτόν που τώρα χαίρεσαι και σε χαίρεται. Αυτό που μετράει είναι να γελάς.

Υ.Γ And then I’d say that nothing can go wrong.
When you’re in love, what can go wrong?
And then I’d laugh the nightime into day
pushing my fear further long.

And then I’d say, it’s Ok, I got lost on the way
but I’m a supergirl, and supergirls don’t cry.
And then I’d say, it’s alright, I got home, late last night
but I’m a supergirl, and supergirls just fly….-

Όχι, δε μπορώ να περιμένω. Τα θέλω όλα εδώ και τώρα.
Εσένα, εμένα, εμάς. Όχι δε μπορώ να συμβιβαστώ, θέλω τη δουλειά των ονείρων μου. Τώρα.
Όχι σου λέω, δεν πρόκειται ποτέ να αφήσω τον εαυτό μου. Θα με έχω πάντα προτεραιότητα.
Ναι, εγώ μόνο θα γελάω. Θα ζω για το τρολάρισμα και θα κυνηγάω την περιπέτεια.
Όχι, δε θα αφήσω κανέναν να με πληγώσει και δε θα φάω κανένα παραμύθι.
Όχι δε θα αράξω σε κανέναν καναπέ και θα αγωνίζομαι.
Ναι, θα κόψω τους πολλούς υδατάνθρακες και θα αρχίσω να περπατάω από το Γκάζι μέχρι το άγαλμα της Μελίνας Μερκούρη.
Ναι, θα φτιάξω και το σασμάν του ποδηλάτου που έσπασα όταν πήγαινα να δω την ΑΕΚ στον Τεό την Κυριακή και θα κάνω και καρδιά και γκώλο από πέτρα.
Ναι, θα φροντίσω να κάνω μία καλή πράξη την ημέρα που δε θα τη μαθαίνει ποτέ κανείς.
Ε άμα σου λέω, τι παιδιά είμαστε;
Ώχουυυ. Όχι θα πάψω να είμαι παρελθοντολάγνα, ντόμπρα.
Ναι λέμε ρε φίλε. Θα διαβάζω κάθε μέρα εφημερίδα και τρία βιβλία τη βδομάδα.
Οκ, οκ, οκ ξέρω. Θα σταματήσω να περιφέρομαι με τζιν και αθλητικά και θα ξυπνήσω τη γυναίκα που κρύβεται μέσα μου.
Θα ξεκινήσω απ τα φρύδια και θα καταλήξω με στρασάκι στο μεγάλο νύχι του ποδιού.
Ναι, δε θα’ μαι πια αναβλητική.
Εντάξει θα πάψω να τρώω κολλήματα και να νομίζω ότι υπάρχουν ιδανικές σχέσεις.

Σύμφωνοι, η ανωριμότητά μου δεν είναι κομμάτι της γοητείας μου.

Απ’ όσα σου είπα, τίποτα δεν αναιρώ. Με καμία κυβέρνηση!!!
Ουπς! δεν έχουμε κυβέρνηση! άρα;
άσε με να αργυρενίζω ώσπου να habemus paparam.
Είμαι ό,τι έχω.

Υ.Γ πολύ γουστάρω που θα γκουγκλάρουν κάποιοι ‘θεραπεία για την κυτταρίτιδα’ και θα βρεθούν στο παραλήρημά μου.
Υ.Γ2 χνιεχνιεχνιε

Γράφω μόνο και μόνο για να θυμάμαι.
Μια και είμαι αυθεντία στο να ξεχνάω να θυμάμαι.
It’s all make believe, isn’t it?

Well I’ve been bound and gagged and I’ve been terrorized
And I’ve been castrated and I’ve been lobotomized
But never has my tormenter come in such a cunning disguise…

Είμαι ηλίθια. Ηλίθια. Ηλίθια. Ηλίθια. Ηλίθια. Ηλίθια.
8 Νοεμβρίου 2011, η μέρα που κατάλαβα πόσο ηλίθια είμαι.
Ευχαριστώ.

Αν η ζωή μου ήταν μία από τις λατρεμένες μου ρομαντικές κωμωδίες, τότε στο σχόλιο του πρώην αγαπημένου μου ‘αγάπη μου χάσε κάνα κιλό γιατί χθες το βράδυ μετατοπίστηκε ένας σπόνδυλός μου έτσι όπως σε πήρα αγκαλιά’, τότε θα γινόταν ζουμ στο μισοαγριεμένο -μισοθλιμμένο βλέμμα μου, θα άρχισε να παίζει το eyes of tiger και στα 3:48” που διαρκεί το άζμα, τα πλάνα θα έδειχναν εμένα να κάνω διάδρομο, να τρέχω στο πάρκο του Πεδίου του Άρεως έχοντας περιτυλιχτεί με αλουμινόχαρτο για να κάψω περισσότερο λίπος, να σταματάω για να πιω πράσινο τσάι, τι άλλο; να κάνω πεταλούδα και ύπτιο στη θάλασσα ενώ τα κύματα λυσσάνε αλλά εγώ δεν πτοούμαι, να τρώω γαλοπούλα με μαρούλι και ένα ρολόι πίσω μου να τρελαίνεται κι οι δείκτες να παίζουν κυνηγητό γύρω από το κέντημα (α πρέπει ν αλλάξω ρολόι τοίχου), κι ενώ το ημερολόγιο μαδιέται μόνο του και από οκτώβρη έχουμε Φλεβάρη -εγώ ξαφνικά είμαι τούμπανο και το τραγούδι τελειώνει, μ’ εμένα να ετοιμάζομαι να πάω σε μασκέ πάρτι ντυμένη κατ γούμαν με κολλητά δερμάτινα κολάν και μπούστα.
Αυτά επαναλαμβάνω μόνο αν η ζωή μου ήταν ταινία (ενώ στη ζωή μου απλώς ΕΧΩ ταινία και τρώω με την ταχύτητα του φωτός) και είχε τίτλο The life of Argyrenia ή κάτι, δε μπορώ να βρω κάτι λιγότερο μοντιπάιθονίστικο σχώρα με. Θα πήγαινα στο πάρτι κι ο αγαπημένος μου θα έμενε με το σαγόνι ανοιχτό και το τάνκερέι στο χέρι (στο άλλο θα χε το πουλάκι του με το οποίο θα μενε αμανάτι, γιατί τώρα θα του λεγα ΤΙ ΘΕ ΡΕ ΤΙ ΘΕ, ΓΙΑ ΚΑΝΕ ΣΣΣΣΣ Ε ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΣΟΥ) και για να τον εκδικηθώ θα φλέρταρα με τον μελαχρινό μυστηριώδη..πρέσβη! (αυτό μέχρι να έρθει ο αγαπημένος εκστασιασμένος και γεμάτος ζήλια και διεκδίκηση να με ζητήσει σε χορό και να φιληθούμε ενώ έξω πέφτουν βεγγαλικά και παίζει το τραγούδι μας ) (στην πραγματικότητα το τραγούδι μας ήτο το Αντε Γραμμή Σου της Χριστίνας Γαλάνη….).
Στην πραγματική ζωή, πάω να μπω στο αγαπημένο μου τζιν και ακούω ραφές να σκίζονται, ενώ το τελευταίο “πέσιμο” ήταν χθες το βράδυ με ατάκες “βγάζεις μόνη σου τα φρύδια σου;” ΟΧΙ “φαίνεται, το δεξί είναι βγαλμένο άθλια”, “κάνεις χρόνια γυμναστική;” ΟΧΙ “και πώς απέκτησες τόσο όγκο;” ΤΡΩΓΟΝΤΑΣ “Σε θυμάμαι από τις προάλλες, ήταν όλες μπάζα και σε ξεχώρισα” ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΚΟΠΛΙΜΕΝΤΟ ΦΙΛΕ “Είσαι πολύ σεξουάλα και έχω έναν σάκο του μποξ σπίτι με χειροπέδες, είσαι τριαντάρα εγώ 38, ας το δεχτούμε είμαστε μεσήλικες, δεν μας απομένουν πολλά καλά χρόνια, επειδή θα το ξενοικιάσω λόγω κρίσης μέσα στον Οκτώβρη, ψήνεσαι να πάμε απόψε;” ΕΚΕΙ ΔΕ ΜΙΛΑΣ, ΕΚΕΙ ΤΡΕΧΕΙΣ.

Αν η ζωή μου ήταν ταινία, τότε θα ανακάλυπτα μία φοβερή πατέντα όπως το ταμπόν με δόνηση, ή θα έκανα ένα site infotainment που θα έγραφα για την πλάκα μου με τους φίλους μου και ξαφνικά θα γινόταν το πρώτο σε επισκεψιμότητα και θα με έπαιρνε τηλέφωνο ο Μπένι για να δεχτώ να φιλοξενήσω τις εξαγγελίες του για τα νέα μέτρα, ενώ σταρμπακς και apple θα τσακωνόσαντο ποιος θα πάρει το κεντρικό μπάνερ για διαφήμιση. Κι όλα αυτά ενώ στο πρώτο κομμάτι της ταινίας, με δείχνει να παραιτούμαι σαν το Κλωτσοσκούφι και να θέλω να φύγω για αυστραλία, έχοντας αφήσει δουλειές σε κανάλια, τράπεζες και ότι θεωρείτο γκλάμορους π.Κ (προ Κρίσης).

Αν η ζωή μου ήταν ταινία, θα γνώριζα έναν υπέροχο άνθρωπο που από τα πρώτα λεπτά γνωριμίας θα σκάγαμε στα γέλια. Θα κάναμε μήνες να ξαναβρεθούμε αλλά πάντα θα σκεφτόμουν ‘τι να κάνει τώρα εκείνο το αγόρι με τα έξυπνα μάτια και το θανατηφόρο χιούμορ;’. Αν η ζωή μου ήταν ταινία, θα υπήρχε ένας βαθμός δυσκολίας, για να υπάρξει μία δραματοποίηση, μία εξέλιξη του μύθου, ώστε να έρθει θριαμβευτικά η κάθαρση. Ένα προβληματάκι στο να είμαστε μαζί, ενώ όλοι οι οιωνοί θα έδειχναν ότι είναι Εκείνος γκαντέμιτ! Και γέλια πολλά γέλια, να σου φεύγει το σκουλαρίκι από τη μύτη από τα γέλια, να σου βγαίνει το νερό από το ρουθούνι μπουρί (που θα λεγε κι εκείνος τη μυτούλα μου -στην πραγματική ζωή κι όχι στην ζωή ταινία). Και λογάκια, χαδάκια, βλέμματα, τραγούδια, αστεία, είπα αστεία; ναι πολλά αστεία γιατί είμαστε κι από τις γκόμενες που το χιούμορ λειτουργεί αφροδισιακά.

Μα τι λέω, όλα αυτά δεν ήταν από τη ζωή μου που θα ήταν ταινία, αλλά από τη ζωή μου σκέτο. Στην οποία λοιπόν παραμένω άνεργη. Περιμένω κάθε φορά να πάει 22 του μηνα να πάω ταμείο ανεργίας. Κοιτάζω για θέσεις στην Αυστραλία, στη Γουαδελούπη ή σε νοσοκομείο απόρων, επειδή από το άγχος πονάει το αριστερο βυζάκι μου τελευταία και δεν ξέρεις πότε μπορεί να σου σκάσει θέμα νοσηλείας.

Στην πραγματική ζωή, οι δυσκολίες εκείνες που λέγαμε, σκάνε και στη σχέση σου τη σούπερ με εκείνον τον γαμάτο τύπο που γνώρισες και είναι καθαρή ανόθευτη 100% ευτυχία μ ‘ ένα μεγάλο “αλλά” να πλανιέται που δεν είναι της παρούσης. Οπότε λες, φεύγω. Ας προφυλάξω τον εαυτό μου. Ας το τελειώσω εδώ που είναι ακόμα στο ζενίθ. Αφού μάλλον, δεν είναι όπως φαίνονται τα πράγματα.

Αχ ρε Ρίτσαρντ Γκηρ που ξεπέρασες την υψοφοβία σου για να πας να βρεις τημπόρνη Τζούλια και να τη ζητήσεις σε γάμο, σκαρφάλωσες σε σκαλωσιές με λουλούδια και τηγκέρδισες. Α ρε Ρόμπερτ Ντάουνινγκ Τζούνιορ που παρίστανες ότι είσαι ο Ντέημον Μπράντλι για να κερδίσεις την καρδιά της Μαρίζα Τομέι.. Α ρε Μπίλι Κρίσταλ που πήγες και τη βρήκες στο ρεβεγιόν μόνο και μόνο για να πεις στη Μεγκ Ράιαν ‘ σ’αγαπώ.. αγάπα με κι εσύ, σ’ αγαπώ που κρυώνεις ενώ έχει 27 βαθμούς έξω, μου αρέσει που σου παίρνει μιάμιση ώρα να παραγγείλεις ένα σάντουιτς, μου αρέσει που κάνεις μία ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια όταν με κοιτάς λες και είμαι τρελός, μου αρέσει που άμα περνάω μία μέρα μαζί σου μπορώ και μυρίζω ακόμα το άρωμά σου στα ρούχα μου και ΑΓΑΠΩ που είσαι το τελευταίο άτομο που θέλω να μιλήσω πριν πέσω για ύπνο τη νύχτα.Και δεν είναι επειδή είμαι μόνος μου , ούτε που είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ήρθα εδώ απόψε επειδή όταν συνειδητοποιείς ότι θέλεις να περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου με κάποιον, θέλεις το υπόλοιπο της ζωής σου να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό’.

Και κλάμα η Αργυρένια μόλις πέφτει το THE END κι οι τίτλοι τέλους. Γιατί στην πραγματική ζωή λαμβάνεις ένα sms ‘σπας αρχίδια αγάπη μου’. Και χωρίζεις για όλους τους λόγους που δεν έχουν σημασία αυτή τη στιγμή, αλλά έχουν σημασία στο μέσα μου και στο πώς έχω φανταστεί τη φάση και θέλω να προφυλάξω τον εαυτό μου από τα χειρότερα και ξέρεις τι; κανείς δεν σου στέλνει λουλούδια. Κανείς δεν έρχεται κάτω από το μπαλκόνι σου να σου τραγουδήσει ή να φωνάξει το όνομά σου μεθυσμένος. Κανείς δε σου λέει ‘είσαι αυτό που έψαχνα όλη μου τη ζωή έλα να το παλέψουμε’. Γιατί η ζωή μπορεί να είναι μαγκιά, που λέει κι η διαφήμιση, αλλά ταινία δεν είναι.

Νομίζω ότι θα το γυρίσω στην περιπέτεια. Δεν τελειώνει η σκηνή ποτέ με γάμπα που λυγίζει ενώ φιλιέσαι με τον άθρωπά σου, αλλά τουλάχιστον και γαμώ τις αδρεναλίνες στο during.
Ναι ναι. Αυτά, γεια σας.Σας ευχαριστώ που επιλέξατε και σήμερα εμάς για την ενημέρωσή σας.

ΤΕΛΕΣΙΝΕ ΑΡΓΥΡΕΝΙΑ

(όταν ήμουν μικρή νόμιζα ότι το τελέσινε είναι ρήμα στον αόριστο, τελεσίνω τελεσίνεις τελεσίνει, πότε ο καραγιάννης και σία, πότε ο φίνος φιλμς, σε κάθε έργο τελέσινε κι άλλος ναι αμέ)

Πόσο αφόρητα συνηθισμένη μπορώ να γίνω ώρες ώρες. Ίσως αυτό είναι το αποτέλεσμα της κρίσης. Να σε κάνει να ονειρεύεσαι πράγματα που μέχρι προσφάτως τα θεωρούσες αυτονόητα: Δουλειά, σχέση, εκδρομή, όνειρα για το μέλλον.
Δε βγαίνει από το μυαλό μου η εικόνα: ένας γρήγορος καφές το πρωί, ένα πεταχτό φιλί πριν μπούμε στο ασανσέρ, ο καθένας στο δικό του γραφείο, χαζοe-mail κατά τη διάρκεια της μέρας, μία μικρή βόλτα στου Φιλοπάππου το απόγευμα να λέμε τα νέα της ημέρας ή ένα βιαστικό cuba libre στο Μπρίκι, μετά σπίτι για μαγείρεμα, φίλοι, επιτραπέζια, ακόμα και τηλεόραση, ακόμη κι αυτό ναι. Κι αγκαλιές και γέλια και νευράκια και ψιλοπαρεξηγήσεις και ανούσια κουτσομπολιά και ροχαλητά και γκρίνιες και δόσιμο και μοίρασμα και συντροφικότητα και μαζί , μαζί, μαζί.

Τώρα με την κρίση οι άνδρες δε φοβούνται πια ότι οι γυναίκες τους θέλουν για τα λεφτά τους.
Τώρα με την κρίση γυρνάμε στις πλατείες με μία μπύρα στο χέρι και γέλια από καρδιάς τρώγοντας πασατέμπο.
Τώρα με την κρίση σκέφτεσαι να ξηλώσεις το γκαζόν και να φυτέψεις μαϊντανό και φρέσκο κρεμμυδάκι.
Τώρα με την κρίση σκέφτεσαι ν’ αφήσεις τους κάγκουρες και να πας στη χώρα των καγκουρό.
Τώρα με την κρίση λες αντίο μ’ ένα βλέμμα κάπου στη Σούτσου για ένα μισθωτήριο.

Κι ίσως όταν τελειώσουν όλα αυτά, να έχει μείνει τουλάχιστον το όνειρο.
Κι ίσως όταν τελειώσουν όλα αυτά, να μην έχουμε χάσει και τον εαυτό μας.

Κι ίσως όταν θα ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον.
Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε…

Μπήκα στην χρονομηχανή όπως πάντα ονειρευόμουν. Περιέργως, δεν πληκτρολόγησα 1/9/1993 όπως περίμενα, ούτε πήγα στον χρυσό αιώνα του Περικλή για να γνωρίσω την περιβόητη Ασπασία. Τρία χρόνια πριν πήγα. Σαν σήμερα που ονειρεύτηκα ότι ο πατέρας μου πέθαινε και δύο βδομάδες μετά όντως τον έχανα. Με είδα να του πηγαίνω δώρο μία σφυρίχτρα από το πανηγύρι και τον έβλεπα να γελάει με το χαζό μου δώρο. Μπροστά μου στεκόμασταν αγκαλιασμένοι στη βεράντα και τον άκουσα να μου λέει ”πόσα φιλιά αντέχεις να μου δώσεις;” κι εγώ μέτρησα πάνω από εκατό.
Κι ήμουν τόσο ευτυχισμένη που υπήρχε ακόμα. Τόσο βολεμένη που είχα δουλειά. Τόσο μελαγχολική στο βλέμμα που μοίραζα τις νύχτες μου με τον λάθος άνθρωπο. Κι ήθελα να του πω “ρε μπαμπά, ορκίσου ότι δε θα πεθάνεις” όπως έκανα κι εκείνο το βράδυ που ξεψυχούσε. Και σκέφτηκα, τι μαγαρισμένο ταξίδι στον χρόνο. Δες λίγο γύρω σου. Η κρίση δεν έχει ξεσπάσει. Έχεις αυτά που πρέπει για 2008. Δουλειά, σχέση, οικογένεια σε πλήρη απαρτία. Κι είσαι άδεια. Έλα, γύρνα στο 2011. Δεν έχεις ούτε δουλειά, ούτε σχέση, ούτε τον πατέρα σου. Αλλά έχεις τη σούπερ μάνα σου. Τις καλύτερές σου φίλες που τώρα σε διαβάζουν. Την υγεία σου. (τι κι αν πονάει το δοντάκι; τι κι αν έχεις γίνει άλλη τόοοοση;) Γύρισα στο τώρα με τη σφυρίχτρα απ’ την πλατεία του Εσταυρωμένου. Βάλθηκα να με ξυπνήσω. Θυμήθηκα ένα όνειρο, το τελευταίο που είδα τον μπαμπά “αργυρένια, οι σχέσεις χτίζονται, να το θυμάσαι”. Έλα Παναγία μου.. Ο πατέρας μου όσα ήθελε να πει τα συνόψιζε στο “πάμε στον Διάσημο για καβουροσαλάτα”. Κι όταν μ’ έβλεπε στεναχωρημένη μ’ έκανε απλώς να γελάω, χωρίς να μου μιλάει ποτέ ειδικώς. Διακριτικός και άμεσος.
Όταν πρέπει να ειμαι σοβαρή, γελάω ακόμα και με τον εαυτό μου. Κι όταν πρέπει να αστειευτώ, σκέφτομαι τόσο που κάνει φασαρία στο κεφάλι μου. Ανισόρροπη.
-..και μέτρησα τόσα φιλιά σε γελαστό μάγουλο, μπαμπά. Και με πήγε και Διάσημο. Και βάλθηκε να με κάνει να γελάω. Κι εγώ πήρα μια μπουλντόζα κι είπα ‘η ζωή σου κι η ζωή μου..’-
Μονόλογος
Όταν φτάσεις, λένε, στο σημείο που δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις, γίνεσαι ατρόμητος. Σχεδόν επικίνδυνος. Το μόνο που δεν έχω πια για χάσιμο είναι χρόνος. Θα’ θελα να έχω την αρετή της υπομονής. Να βρεθεί ένας άνθρωπος να μου μάθει να περιμένω. Χωρίς να χρησιμοποιώ στο ενδιάμεσο τη φαντασία μου. Την καταστροφική φαντασία μου που στα περιθώρια της σιωπής, οργιάζει. Αυτή, που μεταφράζει βλέμματα και αποσιωπητικά κατά το δοκούν. Να μην κρίνω μία κατάσταση ούτε απ’ το ξεκίνημά της ούτε από το φινάλε της. Πόσα και πόσα κλισεδάκια αναμασώ η ίδια. Κλισεδάκια που μόνη μου δημιούργησα και τα μηρυκάζω λες και είναι κάποιο αξίωμα. “Κάθε τι κρίνεται από την τελευταία του πράξη”. Κι έτσι ακυρώνω μόνη μου σχέσεις, καταστάσεις και φιλίες. Μόνο και μόνο επειδή στο πέσιμο της αυλαίας απογοητεύτηκα. Κι η λήθη, πόσο βοήθησε η λήθη. Οπότε πάντα σαν άγραφο χαρτί να ξεκινάω μα με ανάγλυφες τις γραμματοσειρές από προηγούμενη χρήση κι ας μη φαίνεται το μελάνι.
“Κάθε τι κρίνεται από το ξεκίνημά του”. Αν δεν είναι ευοίωνο από την αρχή, το χαρακτηρίζω καταδικασμένο. Και χάνω το κουράγιο μου. Την όρεξή μου.
Απορία
When you’re through changing, are you really through?
Επίλογος
Ο έρωτας δε θέλει χρόνο. Θέλει ταχύτητα.

Υ.Γ Κλικ ντε

Εργα της ιδιας…

Αργυρενiστηκαν

  • 204,923 ανυποψίαστοι
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 36 other followers