Αν ετοιμάζεσαι να γράψεις ποστ μετά από πάρα πολύ καιρό, ενώ ακούς το Corsica στο repeat, ο αγαπημένος σου λείπει σε ταξίδι και έχεις μόλις ζυγιστεί, δεν χρειάζεσαι να είσαι εγώ για να έχεις εξασφαλίσει ένα μελαγχολικό κείμενο.
Δεν καταλαβαίνω γιατί μόνο όταν είμαι θλιμμένη καταφεύγω σε αυτό το λευκό πλαίσιο. Λες και γράφοντας και βομβαρδίζοντάς σας με λέξεις, θα ενεργοποιηθεί ο μεταβολισμός μου, θα επιστρέψει Εκείνος, θα αρχίσει ξαφνικά να παίζει το ‘Πάμε Χαβάη’.
Στο μικρό μου δωμάτιο Moby και Μάλαμας έχουν γίνει φιλαράκια. Σχεδόν τους βλέπω να κάθονται στο μπορντό καναπεδάκι και να κουρδίζουν τις κιθάρες τους. Ο ένας σιγομουρμουρίζει μελωδίες υπέροχες και με ταξιδεύει νοερά στην Εύβοια με το Everloving, ‘‘όποιος ξεχνάει χάνεται, ραγίζει όποιος θυμάται’ συμπληρώνει ο άλλος.
Εγώ να θυμάμαι ξέχασα. Ονειρεύομαι μόνο. Ό,τι παλιά κορόιδευα. Φαντάζομαι ένα σκυλάκι στο σπιτάκι του να μου κουνάει την ουρά του, εκεί που τώρα ακόμη έχει τούβλα και σενάζι. (Εννοείται πως δεν ξέρω τι θα πει σενάζι, απλά Τον άκουσα να το χρησιμοποιεί πλάι στη λέξη τούβλα. Ωραία λέξη όμως, ποιητική, σενάζι, όλο νόημα και νάζι, την κρατάμε να τη χρησιμοποιήσουμε αλληγορικά πιο κάτω με τη βοήθεια του Μπαμπινιώτη ή της wikipedia, όβερ).
Τι έλεγα; Α ναι. Ονειρεύομαι μελαχρινά παιδιά να μπαίνουν με λασπωμένα τα παπούτσια στο σαλόνι κι εγώ να τα κυνηγάω γελώντας, να ακούω ‘πεινάω’ στις δύο τη νύχτα και να σηκώνομαι να φτιάξω σαλατούλες, ποια εγώ, που έπαιρνα τη μαμά τηλέφωνο μεσάνυχτα και της έλεγα ‘αχ μανούλα γουργουρίζει η κοιλίτσα, να’ χα λίγη ομελετούλα’. Ξαφνικά η ζωή επτά γράμματα για να δανειστώ στίχο και να τον τροποποιήσω.
Έχω καιρό να γράψω, αλλά εντάξει, αν με διαβάζεις θα έχεις μάθει κάποια πράγματα για μένα: Είμαι κυκλοθυμική, είμαι ερωτευμένη, κάθε έξι μήνες παραιτούμαι από τη δουλειά μου. Ε, δεν χρειάζεται να λέμε πολλά λοιπόν.
Σκεφτόμουν κάποτε, πως αν αυτό το blog έχει βιωσιμότητα, θα ήταν ενδιαφέρον με κάποιον μαγικό τρόπο να μπορώ να προβλέψω τα ποστ του μέλλοντος. Να πάω στα αρχεία του 2013 και να δω τι θέματα θα αντιμετωπίζω τότε.
Αν ερχόταν το τζίνι και μου έλεγε, ε ψιτ, κοπελιά, τι θες απ’ όλα, να γίνεις αόρατη, να ταξιδεύεις στον χώρο και τον χρόνο, ή να διαβάζεις τη σκέψη, εγώ θα το εξέπληττα λέγοντάς του, δώσε μου τα ποστ του μέλλοντος. Ελπίζω να μην έπεφτα σε κανένα βαρήκοο και μου έδινε τίποτα περίεργα χάπια με γεύση ψίχας με σφένδαμο και καλέντουλα.
Σκεφτόμουν που λες να το κλείσω το blog αυτό, γιατί εντάξει, το ‘χεις καταλάβει ότι δεν είμαι mainstream blogger, δεν είμαι καν ενεργό μέλος της ‘κοινότητας’. Εγώ αντί να τα γράφω σε σπιράλ τετράδιο με ροζ εξώφυλλο και να τα κρύβω κάτω από το στρώμα μου, απλά τα πληκτρολογώ και μετά πατάω ένα publish.
Της σιωπής λέγεται το κείμενο αλλά ήταν για να σε μπερδέψει. Είμαι πολλά πράγματα αλλά όχι, λακωνική δεν υπήρξα ποτέ. Ούτε καν σαφής όπως θα κατάλαβες. Μακάρι να μπορούσα να τα πω όλα αλλιώς. Να μιλούσα με σιωπές, να χάριζα τις μουσικές και να’ταν η ματιά μου δίκοπο μαχαίρι. Διαδικτυακά εννοώ βρε κουτό, από κοντά θα στα έλεγα όλα με τα μάτια μου γιατί τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, θα μου έλεγες το πρόβλημά σου και θα σου έλεγα, αχ, ναι, εδώ ταιριάζει το ‘δακρυσμένα μάτια’ του Σωκράτη και αν δεν το ήξερες θα σε κοίταζα με βλέμμα Τασσώς Καββαδία τουλάχιστον. Οπότε μέσα θα έπεφτα, δεν θα υπήρχε γκαπ. Με πιάνεις; Ούτε εγώ εμένα αλλά ας μην το κάνουμε θέμα.
Μάθε τη γλώσσα της σιωπής κι ύστερα έλα να μου πεις πως κλίνεται το σ’ αγαπώ, πώς βγάζει η έρημος καρπό…
Χάνομαι που λες για να βρεθώ και πάλι. Κι είναι καλύτερη η ζωή όταν τη ζεις στ’ αλήθεια. Κι ύστερα ας γράφεις γι’ αυτή, δεν λέω. Όμως σκέφτομαι νύχτες χειμωνιάτικες και μάτια να τσούζουν μπροστά σε μία οθόνη. Κι έλεγα, αυτό εδώ το λαπτοπάκι (το οποίο πνέει τα λοίσθια) με βοηθάει να ξεπεράσω τις κλειστές μου, ενώ αυτό το λαπτοπάκι (αυτοκτόνησε, αλήθεια, δεν το σκότωσα εγώ) με έριχνε στη μελαγχολία και στης θλίψης τα λαγούμια κι εγώ δεν έπαιρνα χαμπάρι.
Γύρισα όμως και νομίζω πως πάντα θα επιστρέφω, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον, αλλά να, άνοιξη μπαίνει, χειμώνας τελείωνε, μου πήρε χρόνο να γκρεμίσω ό,τι ήτανε για γκρέμισμα, μα τώρα μόνο ό,τι έχει σενάζι θα υπάρχει στη ζωή μου, αλλιώς ποτέ ξανά αυθαίρετα, όχι, αυθαίρετα ποτέ ξανά. Και οι φιλίες, και οι δουλειές, με τσιμέντο σκέτο και λίγα τούβλα, πώς να αντέξουν, σαν την οθόνη πάλλονται, αυτή που ‘χω μπροστά μου (αν την κοιτάξω πολύ ώρα έτσι όπως λικνίζεται θα υπνωτιστώ).
Αχ σκύλε του μέλλοντος καλέ μου Beggin’, θα σε εκπαιδεύσω να μυρίζεις τα τοιχώματα και τους ανθρώπους κι ό,τι σαθρό και έωλο, ό,τι χωρίς σενάζι, να το γαβγίζεις πάραυτα μην την ξαναπατήσω.
Ντάξει, κλειστά τα σχόλια. Στο’χω ξαναπεί. Όταν με πιάνουν παραληρήματα, σε βγάζω έτσι από τη δύσκολη τη θέση.
Τα ξαναλέμε τον ψεύτη μήνα.














