Yesterday is history

Tomorrow is a mystery

Today is a gift

That’s why we call it present.

 

Η οσία Μαρία, οσία σταρ στην Αίγυπτο, έμαθε μια μέρα ότι σε κάτι ανασκαφές χριστιανικές ανακάλυψαν τα οστά ενός μοντέρνου αγίου. Βουτάει μια συναδερφή, συνοσία, και κινάνε να προσκυνήσουν τα φρέσκα οστά, περνάνε ζούγκλες, άγρια θηρία, αποφασισμένες, πλην φτάνουν σε ποτάμι, πολύ φαρδύ, αιγυπτιακό. Εκεί θυμούνται πώς κολύμπι δεν κατέχουν, και ο αρμόδιος λεμβούχος ζητάει ναύλα για να τις περάσει απέναντι. Αυτές, φτωχές και πάμφτωχες ως οσίες, να σκεφτείς ούτε τσέπη δεν είχαν. Η συνοσία κιότεψε και γύρισε πίσω, η Μαρία ικετεύει τον περαματάρη, περάστε με καλέ δωρεάν, είμαι οσία. Σκληρός αυτός, της λέει δεν έχεις τα ναύλα; Τότε, για να σε περάσω, να μου δώσεις την τιμή σου, αλλλιώς δεν προσκυνάς. Όπου η οσία γίνεται παπόρι. Και νομίζεις , άθεε μουσουλμανιστή, πώς θα με εμποδίσει εμένα να προσκυνήσω τα οστά μου α υ τ ό! Πάρε την επί τόπου! Ένα τίποτα την έχω εγώ την τιμή που προ της πίστεώς μου. Ο λεμβούχος λοιπόν, αφού πρώτα την πέρασε, μετά την πέρασε και απέναντι. Και μόλις την αποβίβασε του δηλώνει αυτή: και άκου εδώ παιδί μου! Εγώ θα έρθω και αύριο να προσκυνήσω! Και μεθαυριο! Και όποτε γουστάρω! Δεν θα με εμποδίσεις εσύ! 
 
Και πήγε λοιπόν η οσία μας, προσκύνησε τα οστά και πήρε το δρόμο για τη μονή της. Και εδώ είναι το σασπένς. Έξω από τη μονή την περίμενε ο Σατανάς και της κάνει σεξουαλική πρόταση -και αυτός. Όχι του λέει αυτή.
-Να επικύψεις εις τον πειρασμόν, λέει εκείνος, αλλλιώς σου εξαφανίζω τη μονή! Και επειδή η οσία δεν του κάθησε, κάνει έτσι ο Σατανάς και το μοναστήρι χάνεται από προσώπου γης. Η οσία κάνει ένα μαγικό όμως και φωνάζει:
-Έλα μονή στον τόπο σου!
Και ήρθε. 
(Πάντα καλά, αισθηματικό μυθιστόρημα τρισμέγιστου Παύλου Μάτεσι, εκδόσεις Καστανιώτη)

jimmy1

Ξάφνου, τα τηλέφωνα σταμάτησαν να χτυπάνε, η φωνή κάποιου που έλεγε κάθε 4.12 δευτερόλεπτα το όνομά μου έπαψε να κάνει αντίλαλο και μπόρεσα επιτέλους να συντονιστώ με Ντέρτι εφ εμ , ν΄ανοίξω την κουρτίνα και να χαζέψω τη θέα του Υμηττού.

Ακούγοντας τα ‘απωθημένα’ του Κοντολάζου, σκέφτομαι πως επιτέλους αυτή τη βδομάδα μετά από μία μίνι σύσκεψη απεφασίσθη η προσωρινή παύση λειτουργίας του δακρυγόνου αδένα και η αύξηση κύκλου εργασιών στον ιδρωτοποιό. Πιλάτες, γιόγκα, γιοτζιλάτες, κικ μπόξινγ, α ου, ντο και ντο, τα πάντα όλα εν σαρκί και δερματίδι και πάσι τοις μέλεσι του ανθρώπου τούτου. Τούμπανο πρότζεκτ προς υλοποίηση, άνοιξη γαρ, εποχή αναγέννησης, ανανέωσης, αναβάθμισης, ανασυγκρότησης, ανάπλασης, αναπτέρωσης, αναζήτησης, ανασκουμπώματος, ανασκαφών, ανά, κατά, διά.

Απρίλης λοιπόν, το πρώτο μπάνιο το έχω ήδη κάνει, τα μάλλινα τα κρύψαμε, τις εκδρομές του Μάη τις κλείσαμε και τις ξοφλήσαμε, οι πεταLAZίτσες ψάχνουν τους πεταLAZίτσους τους, τη φωτογραφία του μπαμπά μου τη βλέπω πια χωρίς να κλαίω αλλά χαμογελώντας, η επιστροφή στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, όπως και το καθιερωμένο Μπωτέ την Κυριακή που είχε καιρό να προκύψει λόγω χειμερίας νάρκης.

 Τα πράγματα δεν έρχονται βέβαια όπως τα σχεδιάζουμε. Τη Δευτέρα έφαγα τη δεύτερη σαβούρδα μου στο στεπ κατά τη διάρκεια ενός απίστευτα κουραστικού αερόμπικ και την Τρίτη στο πιλάτες κι ενώ ήμουν ξαπλωμένη πάνω στο στρώμα πρέπει να κοιμήθηκα για κάνα δίλεπτο όσο αυτός έλεγε ενεργοποιήστε το κέντρο σας και πάρτε ανάσες. Είδα και όνειρο, ναι πρόλαβα κι είδα και όνειρο. Ότι έτρωγα με τον Καραμανλή και ήταν λέει μέθυσος και έπινε να ξεχάσει. Γουατέβα.

Λοιπόν δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σήμερα, ήθελα να σου γράψω για τα παραμύθια, όχι αυτά που αρχίζουν ή τελειώνουν με το ‘ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα’ αλλά αυτά που τρώγονται και μάλιστα δεν χωνεύονται με τίποτα. Προσοχή , φάε φρίκη, φάε προγκ, φάε κίνηση, φάε ταλαιπωρία, φάε κλήση, φάε φάβα, για τον  θεό! μη! μη φας παραμύθι, τ’ ακούς!

Το βαρέθηκα το ντέρτι, άνοιξα το γιου τιουμπ. Λοιπόν, πάμε στα χρόνια της αναζήτησης και της απορίας μετά το λύκειο, τι. Κάνε κλικ να έχεις ήχο και εικόνα:  Σουξέ εποχής και προσωπική έμπνευση για τότε λουκ μου. Δεν μπορώ ν’ αφήσω ασχολίαστο το βίντεο κλιπ, όχι.

Η Ντέπυ ξυπνάει με αϊλάινερ, μέηκ απ, περίγραμμα χειλιών και μαλλί κομμωτηρίου. Φοράει λευκά εσώρουχα και κοιμάται μπρούμυτα χωρίς να της έχουν τρέξει σάλια ή να έχει μουτζουρώσει το άσπρο μαξιλάρι. Μέσα στον ύπνο της (μπορεί κι εκείνη να έβλεπε τον τότε πρωθυπουργό και να ξενέρωσε) απλώνει το χέρι και ψάχνει τριγύρω της. Βασικά δεν είναι άπλωμα χεριού αυτό μαντάμ Μαλέα αλλά λαβή κανονική, αν τον είχες δίπλα σου θα του έδινες μία στα παϊδια και θα σου έριχνε καμια ξανάστροφη να ανακατευτούν τα φρύδια σου.

Πουθενά ο λεβέντης της  και παλαβώνει. Μέσα στον πανικό της και με αφορμή τα γεγονότα στην επαρχία Αμπρούτσο της Ιταλίας σκέφτεται ότι μπορεί να του πήγε ζουμί του Ντέμη με τους σεισμούς και να κρύφτηκε κάτω από το στρώμα, μπα ούτε κι εκεί. Κοιτάζει τριγύρω προβληματισμένη, μα που, μα πώς, μα πότε. Στριφογυρίζει, βρίζει, τον ψάχνει στα δωμάτια, ξεκινάει να του τηλεφωνήσει αλλά το μετανιώνει.

Έτσι ξαφνικά, από το πουθενά, ολοσδιόλου, αναπάντεχα κι άουτ οφ δε μπλου, η Ντέπυ αρχίζει και γουστάρει που είναι μόνη. Αρχίζει να χορεύει, να χοροπηδάει, να κάνει ψαλιδάκια στο στρώμα μέχρι που μπαίνει στο μπάνιο όπου αντί να ξεβρωμίζεται, ξεδιψάει με νερό βρύσης.

Φοράει την πετσέτα της, παίρνει τηλέφωνο μία φίλη της και της εξηγεί το πώς και το γιατί. Βρίσκει το πορτοφόλι του παληκαριού και το πετάει από το μπαλκόνι σε μία πράξη αλτρουισμού και κοινωνικής μέριμνας. Τότε κάποιος της χτυπάει την πόρτα μα μάλλον ήταν ο βοριάς. Δεν πτοείται, τρώει το πρωινό της, συγκεκριμένα ανανά ακαθάριστο και τσιμπάει ένα απίδι. 

Κάνει βουτιά στο στενό της τζιν, αυτοκαμαρώνεται, λέει στον καθρέφτη ‘φτου σου κοπελάρα μου και τίποτα άλλο δεν σου λέω’ και όξω από την πόρτα. Αφού χαιρετήσει όλους τους εμπόρους της γειτονιάς της και κάνουν λόγο στα γρήγορα για την οικονομική κρίση και το σκάνδαλο Παυλίδη, βουτάει ένα μήλο από τον κυρ Νώντα τον μανάβη ανερυθρίαστα και συνεχίζει την τσάρκα της.

Χωρίς να το πλύνει το δαγκάνει, με πιθανό τον κίνδυνο της τοξοπλάσμωσης ή του εχινόκοκκου και σαν να μην έφτανε αυτό, μετά από λίγο κι αφού συγκρουστεί μετωπικά, το δίνει σαν άλλη Εύα στον τύπο που όλοι θυμόμαστε πως μπαλαμούτιασε την Αναστασία όταν εκείνη παράτησε και πατέρα Μηνά Χατζησάββα και γιο Άλκη Κούρκουλο για να πάει να κάνει καριέρα στη Ρώμη.  Του στέλνει χαιρετίσματα, με μήλο δαγκωμένο κι ανάμεσα στη δαγκασιά, του ‘χει φιλί βαλμένο.

Ωραίος τρόπος πεσίματος αυτός. Για νεους και για νιές. Μη μείνει καμία μασέλα πάνω στο φρούτο. Περπατάς στα στενά κι έχεις καβατζώσει το φρούτο. Δεν φοράς λίπστικ, δεν φτάνει που το χεις άπλυτο, μην έχει πάνω και κάνα ροδομπορδοκόκκινο σημάδι. Μόλις δεις τον λεγάμενο, κάνεις ζουμ και ψήνεσαι, πέτα του το μήλο.

Είναι ένας ωραίος τρόπος να δείξεις τις προθέσεις σου. Πετάς το πορτοφόλι του ενός στους απόρους και το  μήλο στη μούρη του άλλου. Καθαρές δουλειές. Βέβαια μπορείς και να το φας μόνη σου και να συνεχίσεις το περπάτημα. Το μήλο φάτο, το παραμύθι όχι λέμε.

Σύρμα, ήρθε ο μπος. Τα λεμε σύντομα.

Μμμμμμμμμμμμμάκια…

 

afelenia

 

 

 

#1

Λίγο πριν κουρδίσω το ρολόι μου να δείχνει μία ώρα μπροστά κι αναλογιστώ τα εξήντα λεπτά χαμένου ύπνου μα και τα μεγαλύτερα φωτεινά απογεύματα στο Γκάζι, λίγο πριν μαδήσω και το τελευταίο μου νύχι από νευρικότητα λέω εγώ, ανασφάλεια θα πεις εσύ, λίγο αφότου σταμάτησα να μυξοκλαίω, λίγο πριν πάρω το ταξί για Μαρίνα Ζέας, λίγο πριν μου βάλει τις φωνές η μαμά μου επειδή δεν ντύθηκα ζεστά, θα ήθελα να σου γράψω για τις περιπέτειές μου τους τελευταίους μήνες και να γελάσεις μαζί μου, να σου πω τα μικρά μου δράματα και να με παρηγορήσεις, να σου αυτοσαρκαστώ ή να με θάψω για να με ανεβάσεις.

Τίποτα δεν θα κάνω αλλά θα ‘θελα να πάρω έναν κουβά με κόκκινο χρώμα και να τον ρίξω γύρω μου. Έπειτα θα έπαιρνα και δύο πινελιές από πράσινο και θα αυτοσχεδίαζα. Βαρέθηκα να ακούω για οικονομική κρίση, αρρώστιες, απολύσεις, χωρισμούς. Θέλω  λίγα καλά νέα. Θέλω να μπορώ να είμαι τρελή, παρορμητική, αυθόρμητη, ξέγνοιαστη, χωρίς να νιώθω ότι διαπράττω έγκλημα. Θέλω να σταματήσω να μελαγχολώ. Χαρωπά θε να γελάσω δυνατά γαμώ το φελέκι μου.

ΧΑ ΧΑ!

 

 

 

 

#2

Περίμενα το καραβάκι να με πάει απέναντι στον Βόλο και σκεφτόμουν τις ωραίες νοστιμιές του Μπατή, το πρώτο υπέροχο μαρτιάτικο μπάνιο μου στον Βρωμόλιμνο και το σπάσιμο μιας φωτογραφικής μηχανής κάπου στο Κάστρο. Με το βλέμμα μου εστίασα στην επιφάνεια της θάλασσας που όσο πλησίαζε το πλοίο, τόσο αυτή αγρίευε και στο τέλος ήταν λες και κάποιος από ψηλά έπαιζε μαζί της, περνώντας εκατοντάδες νήματα και πετονιές στα κύματά της, σηκώνοντάς τα πότε πάνω πότε κάτω, σαν να ήταν μαριονέτες.

 

Αναρωτήθηκα φευγαλέα αυτό που με κάνει κι απορώ όλη μου τη ζωή: κατά πόσο για το κάθε τι που μας συμβαίνει είμαστε εμείς οι απόλυτα υπεύθυνοι ή δρούμε σύμφωνα με ένα σχέδιο που είναι προδιαγεγραμμένο πολύ πριν γεννηθούμε; Κι αν είναι έτσι, πολύ θα ήθελα να αναποδογυρίσω τον ουρανό και να δω την ύφανση, γιατί κουράστηκα να μαντεύω ή να περιμένω.

 

Σήμερα είχε μία αγαπημένη ταινία στην τηλεόραση. Only you- είναι ο τίτλος νομίζω. Εκείνη, μικρό κοριτσάκι πηγαίνει σε τσιγγάνα τουρκογύφτισσα, ασημώνει και ρωτάει το εξής βλακώδες (που κι εγώ θα ρωτούσα ρε γαμώτο) ‘πώς λένε αυτόν που θα παντρευτώ;’ Damon  Brantley, της απαντά και τη στοιχειώνει.

 

Έβαλα άλλο κανάλι. Κι όχι, το ότι το έχω δει ήδη τρεις φορές δεν έπαιξε ρόλο. Έχω δει την Αλίκη στο Ναυτικό γύρω στις δώδεκα κι ακόμη δεν κωλώνω! Αλλάζω. Και θα μου πεις , τι σε νοιάζει; Μας χωρίζει μία οθόνη και μία διαφορά φάσης, εγώ τα γράφω Σάββατο, το τελευταίο του Μάρτη, εσύ μπορεί να τα διαβάσεις Μάιο που εμένα πια ίσως να μη με αφορούν, αλλά μπορεί να μας ενώνει η ίδια ασταμάτητη αλλαγή και το ίδιο σιχτίρισμα.

 

Πριν τα τριάντα, αλλάζουν όλα επειδή το θέλεις εσύ κι επειδή το αυτοκαταστροφικό σου ‘καιρός να τα κάνω πάλι όλα πουτάνα’ εφαρμόζεται αυτόματα. Μετά, μία ανάγκη γραμμένη στο εγγενές σχήμα συμπεριφοράς μας για σταθερότητα, μας υποχρεώνει να είμαστε δέσμιοι μίας όχι και τόσο βολικής πραγματικότητας. Όμως το μέσα σου ξυπνάει και σκουντάει το έξω σου. Και σου θυμίζει για παράδειγμα, ότι άλλο απαντούσες όταν σε ρωτούσαν τι θέλεις να κάνεις όταν μεγαλώσεις κι όχι αυτό που τώρα είναι τυπωμένο στην επαγγελματική σου κάρτα.

 

Σήμερα άκουσα τα δύο αγαπημένα μου τραγούδια που με έχουν σημαδέψει και φιλάρεσκα νιώθω πως για μένα έχουν γραφτεί από ένα rnb συγκρότημα το ένα και από τον Βασίλη Καρρά το άλλο. Και δεν ξέρω τι με σόκαρε πιο πολύ. Η λαϊκή ενορχήστρωση στο ‘άλλα θέλω κι άλλα κάνω πώς να σου το πω’, η διασκευή του ‘Νιώσε με’ , ή το ότι μου άρεσαν παραδόξως και τα δύο;  Με ξέρεις πόσο εγωπαθής είμαι. Τα πήρα σαν οιωνό ότι πρέπει κι εγώ να κάνω μία διασκευή του εαυτού μου. Να τον κάνω πιο rock. Όλα αλλάζουν, είτε το θέλουμε είτε όχι. Τουλάχιστον στον εαυτό μας να έχουμε δικαίωμα επιλογής οι ίδιοι. Ε;

 

When you are through changing, you are through.

Υ.Γ Όσοι με “ξέρουν”, γνωρίζουν ότι δεν κλείνω τα σχόλια επειδή το παίζω ιστορία.

winter

…Yeah, the summer’s gone
But a lot goes on forever
And I can’t forget, I can’t forget
I can’t forget but I don’t remember what…

Υ.Γ λέω ν’ αρχίσω να γράφω πάλι

Κάνω τρελές σκέψεις όταν έρχομαι να σε δω. Αυτοί που είναι πλάι σου, άραγε σε είχαν ξανασυναντήσει ποτέ τυχαία παλιά; Μήπως είχατε πιει ποτέ μαζί καφέ; Μήπως τους είχες πουλήσει έπιπλα; Όταν άνθιζε η γλάστρα που σου έφερα, που ήσουν; Γελούσες; Πονούσες; Ήξερες πόσο σ’ αγαπώ;

Νομίζω πως σ’ ονειρεύτηκα χθες βράδυ. Θυμάμαι τη μυρωδιά σου, τη βραχνή φωνή σου. Λόγια δεν θυμάμαι. Η Παρασκευή έχει γίνει μία κακή μέρα. Κάθε Παρασκευή είναι καταδικασμένη να θυμίζει ένα δωμάτιο με ψυχρό φως, έναν σκοτεινό διάδρομο κι εσένα να μου λες ‘δεν μπορώ’ τρέμοντας.

Θυμώνω για όσες φορές έφυγα από κοντά σου δίνοντάς σου ένα απλό φιλί, θεωρώντας δεδομένο ότι θα είσαι εκεί και την επόμενη μέρα. Θυμώνω που δεν σου είπα ποτέ πόσο σε λατρεύω και πόσα σημαίνεις για μένα.

Ο χρόνος κυλάει, με βρίσκει χωρίς εσένα κι είναι αδύνατον να κάνω ο,τιδήποτε. Ελπίζω μόνο ότι ήξερες.

Ήθελα να γράψω για να ξεσπάσω, αλλά αντίο πώς να πω; Λένε αντίο; Δεν είναι που έφυγες κι είναι κρίμα από μόνο του. Γίνομαι εγωίστρια, σκέφτομαι τον εαυτό μου. Εγώ πώς θα τα καταφέρω χωρίς εσένα; Σε όλα τα λάθη μου, σε όλες τις αποτυχίες μου, ήσουν πάντα εκεί. Έχασα τον κόσμο μου, μπαμπά. Έτσι νιώθω. Ποιος θα με αγαπήσει περισσότερο από ‘σενα; Ποιος θα με καταλάβει; Ποιον θα έχω να με κάνει να γελάω; να ξεχνάω; να βρίσκω λύση στα προβλήματα;

Για σένα ήμουν η μικρή, το γέλιο σου. Τώρα είμαι μία τριαντάρα που κάνει λάθη. Ένας ανώριμος συναισθηματικά άνθρωπος. Θέλω να γυρίσω από τη δουλειά, να σου κλαφτώ για τα μικροπροβλήματα και να μου πεις να πάμε στο Διάσημο να φάμε καβουροσαλάτα. Θέλω να σου πω πως απέτυχα ακόμη μία φορά και να μου πεις ‘δεν γαμιέται; τι να πεθάνεις Σάββατο , τι Κυριακή πρωί’.

Πέθαινες μπαμπά μου κι εγώ η εγωίστρια σ’ έβαζα να ορκιστείς πως δεν θα πάθεις τίποτα.

Δεν σου αξίζει αυτό το κείμενο, όχι τέτοια γλυκανάλατα σε κανέναν δεν αξίζουν.  Νιώθω μισή. Μισή νιώθω. Να γυρνούσε ο χρόνος. Δεν γυρνάει ο χρόνος. Με βλέπεις; Θυμάσαι που ήμασταν  μικρά και παίζαμε ‘σπιτάκι’ με το πάπλωμα κουκουλωμένοι κι έκανες ψέματα ότι πεθαίνεις όταν σε γαργαλούσα για να σταματήσω; Και σου φώναζα ‘ξύπνα μπαμπούλη, ξύπνα΄και με τρόμαζες και γελούσαμε.

Ξέρω πως θα γελούσες με τον παπά στο τελευταίο τρισάγιο έτσι όπως ήταν φάλτσος και τα’ λεγε τραγουδιστά. Ξέρω πως θα στεναχωριόσουν αν έβλεπες τον σκύλο σου Ορφέα νηστικό, μελαγχολικό να σε ψάχνει βδομάδες τώρα, μάταια, στο καφενείο.

Είχα αποφασίσει πως δεν θα βάλω μαύρα, όπως το είχες ζητήσει, αλλά μόνο αυτά μου πάνε πια.

Νικηφόρος, 64, αγαπήθηκε πολύ, έζησε έντονα. Έφυγε με τις γροθιές δεμένες, με πείσμα και μαγκιά. Νικηφόρος, 64, ως και την τελευταία στιγμή γελούσε και μας τραγουδούσε.

Τα λέμε το Σάββατο εκεί. Θα σου φέρω και μάλμπορο.

Έχω καιρό να μπω εδώ μέσα. Βρήκα από την ερημιά χλωρίδα και πανίδα, νυχτερίδες, αράχνες και πόα. Το πιο πιθανό αυτή τη στιγμή να με διαβάζουν μόνο όσοι με βρήκαν μέσω γούγλη, ποιος άλλος θα με θυμάται; Άτυχε αναγνώστη, δεν θα βρεις εδώ ατάκες που θα σε διευκολύνουν στο πρότζεκτ ‘χωρισμός’, αλλά μια και έκανες τον κόπο, ας σου δώσω κάνα δυο ιδέες, γιατί είμαι γκουβαρντού εγώ: ‘Άι νιντ α λόβερ χου αντερστάντς δατ 20 άουαρς ε ντέι ον δε ίντερνετ ιζ νόρμαλ’ ή ‘Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω. Μάλλον δεν ξέρω ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι. Σχώρα με αγαπημένε/η’.  

So, I guess this is it. Δεν το περίμενα να σου πω την αλήθεια. Όταν ξεκίνησα να γράφω, είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το συνέχιζα για καιρό. Θα σε ενημέρωνα για το ποιας φίλης σβήστηκε πρώτο το όνομα από το νυφικό γοβάκι μου, θα σου έλεγα ότι σήμερα κλώτσησε το μωράκι και έμαθα ότι είναι αγόρι κτλ κτλ. Όμως όχι. Οι περιπέτειές μου στη μαγική και καμιά φορά επικίνδυνη χώρα των μπλογκς τελειώνουν σήμερα.  Σ’ ευχαριστώ που με διάβαζες όλο αυτόν τον καιρό. Δεν έμαθες παρά το ένα τοις εκατό από όσα μου συνέβαιναν, αλλά σε άφησα να δεις από την κλειδαρότρυπα της καρδιάς μου.

Ξεκίνησα αυτό το μπλογκ σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής μου. Το κλείνω διανύοντας την πιο ευτυχισμένη. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να δίνεις και να παίρνεις αγάπη, να κάνεις όνειρα και να προσπαθείς να τα πραγματοποιήσεις. Κι ας φας τα μούτρα σου. Θα πει ζωή.

Σε γλυκοφιλώ. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα είμαι πάντα εδώ. Και ποτέ δεν ξέρεις. Δεν μπορεί, δεν μπορεί, κάπου θα συναντηθούμε που λέει και το άσμα.

Αν μπορούσα θα έστηνα αδριάντα. Αυτόν του ‘άγνωστου αναγνώστη’ και σήμερα θα απέτεια φόρο τιμής. Επειδή με ανέχτηκες!

Κουράγιο στον Εκείνον μου τώρα. Αυτός θα με διαβάζει, αυτός θα ακούει τη γκρίνια μου, τις υστερίες μου και τα παραμιλητά μου. Εσύ γλίτωσες.

Φιλιά με ήχο μη σου κόψει το αυγολέμονο.

 

corsica.jpg

Αν ετοιμάζεσαι να γράψεις ποστ μετά από πάρα πολύ καιρό, ενώ ακούς το Corsica στο repeat, ο αγαπημένος σου λείπει σε ταξίδι και έχεις μόλις ζυγιστεί, δεν χρειάζεσαι να είσαι εγώ για να έχεις εξασφαλίσει ένα μελαγχολικό κείμενο.

Δεν καταλαβαίνω γιατί μόνο όταν είμαι θλιμμένη καταφεύγω σε αυτό το λευκό πλαίσιο. Λες και γράφοντας και βομβαρδίζοντάς σας με λέξεις, θα ενεργοποιηθεί ο μεταβολισμός μου, θα επιστρέψει Εκείνος, θα αρχίσει ξαφνικά να παίζει το ‘Πάμε Χαβάη’.

Στο μικρό μου δωμάτιο Moby και Μάλαμας έχουν γίνει φιλαράκια. Σχεδόν τους βλέπω να κάθονται στο μπορντό καναπεδάκι και να κουρδίζουν τις κιθάρες τους. Ο ένας σιγομουρμουρίζει μελωδίες υπέροχες και με ταξιδεύει νοερά στην Εύβοια με το Everloving, ‘‘όποιος ξεχνάει χάνεται, ραγίζει όποιος θυμάται’ συμπληρώνει ο άλλος.

Εγώ να θυμάμαι ξέχασα. Ονειρεύομαι μόνο. Ό,τι παλιά κορόιδευα. Φαντάζομαι ένα σκυλάκι στο σπιτάκι του να μου κουνάει την ουρά του, εκεί που τώρα ακόμη έχει τούβλα και σενάζι. (Εννοείται πως δεν ξέρω τι θα πει σενάζι, απλά Τον άκουσα να το χρησιμοποιεί πλάι στη λέξη τούβλα. Ωραία λέξη όμως, ποιητική, σενάζι, όλο νόημα και νάζι, την κρατάμε να τη χρησιμοποιήσουμε αλληγορικά πιο κάτω με τη βοήθεια του Μπαμπινιώτη ή της wikipedia, όβερ).

Τι έλεγα; Α ναι. Ονειρεύομαι μελαχρινά παιδιά να μπαίνουν με λασπωμένα τα παπούτσια στο σαλόνι κι εγώ να τα κυνηγάω γελώντας, να ακούω ‘πεινάω’ στις δύο τη νύχτα και να σηκώνομαι να φτιάξω σαλατούλες, ποια εγώ, που έπαιρνα τη μαμά τηλέφωνο μεσάνυχτα και της έλεγα ‘αχ μανούλα γουργουρίζει η κοιλίτσα, να’ χα λίγη ομελετούλα’. Ξαφνικά η ζωή επτά γράμματα για να δανειστώ στίχο και να τον τροποποιήσω.

Έχω καιρό να γράψω, αλλά εντάξει, αν με διαβάζεις θα έχεις μάθει κάποια πράγματα για μένα: Είμαι κυκλοθυμική, είμαι ερωτευμένη, κάθε έξι μήνες παραιτούμαι από τη δουλειά μου. Ε, δεν χρειάζεται να λέμε πολλά λοιπόν.

Σκεφτόμουν κάποτε, πως αν αυτό το blog έχει βιωσιμότητα, θα ήταν ενδιαφέρον με κάποιον μαγικό τρόπο να μπορώ να προβλέψω τα ποστ του μέλλοντος. Να πάω στα αρχεία του 2013 και να δω τι θέματα θα αντιμετωπίζω τότε.

Αν ερχόταν το τζίνι και μου έλεγε, ε ψιτ, κοπελιά, τι θες απ’ όλα, να γίνεις αόρατη, να ταξιδεύεις στον χώρο και τον χρόνο, ή να διαβάζεις τη σκέψη, εγώ θα το εξέπληττα λέγοντάς του, δώσε μου τα ποστ του μέλλοντος. Ελπίζω να μην έπεφτα σε κανένα βαρήκοο και μου έδινε τίποτα περίεργα χάπια με γεύση ψίχας με σφένδαμο και καλέντουλα.

Σκεφτόμουν που λες να το κλείσω το blog αυτό, γιατί εντάξει, το ‘χεις καταλάβει ότι δεν είμαι mainstream blogger, δεν είμαι καν ενεργό μέλος της ‘κοινότητας’. Εγώ αντί να τα γράφω σε σπιράλ τετράδιο με ροζ εξώφυλλο και να τα κρύβω κάτω από το στρώμα μου, απλά τα πληκτρολογώ και μετά πατάω ένα publish.

Της σιωπής λέγεται το κείμενο αλλά ήταν για να σε μπερδέψει. Είμαι πολλά πράγματα αλλά όχι, λακωνική δεν υπήρξα ποτέ. Ούτε καν σαφής όπως θα κατάλαβες. Μακάρι να μπορούσα να τα πω όλα αλλιώς. Να μιλούσα με σιωπές, να χάριζα τις μουσικές και να’ταν η ματιά μου δίκοπο μαχαίρι. Διαδικτυακά εννοώ βρε κουτό, από κοντά θα στα έλεγα όλα με τα μάτια μου γιατί τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, θα μου έλεγες το πρόβλημά σου και θα σου έλεγα, αχ, ναι, εδώ ταιριάζει το ‘δακρυσμένα μάτια’ του Σωκράτη και αν δεν το ήξερες θα σε κοίταζα με βλέμμα Τασσώς Καββαδία τουλάχιστον. Οπότε μέσα θα έπεφτα, δεν θα υπήρχε γκαπ. Με πιάνεις; Ούτε εγώ εμένα αλλά ας μην το κάνουμε θέμα.

Μάθε τη γλώσσα της σιωπής κι ύστερα έλα να μου πεις πως κλίνεται το σ’ αγαπώ, πώς βγάζει η έρημος καρπό…

Χάνομαι που λες για να βρεθώ και πάλι. Κι είναι καλύτερη η ζωή όταν τη ζεις στ’ αλήθεια. Κι ύστερα ας γράφεις γι’ αυτή, δεν λέω. Όμως σκέφτομαι νύχτες χειμωνιάτικες και μάτια να τσούζουν μπροστά σε μία οθόνη. Κι έλεγα, αυτό εδώ το λαπτοπάκι (το οποίο πνέει τα λοίσθια) με βοηθάει να ξεπεράσω τις κλειστές μου, ενώ αυτό το λαπτοπάκι (αυτοκτόνησε, αλήθεια, δεν το σκότωσα εγώ) με έριχνε στη μελαγχολία και στης θλίψης τα λαγούμια κι εγώ δεν έπαιρνα χαμπάρι.

Γύρισα όμως και νομίζω πως πάντα θα επιστρέφω, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον, αλλά να, άνοιξη μπαίνει, χειμώνας τελείωνε, μου πήρε χρόνο να γκρεμίσω ό,τι ήτανε για γκρέμισμα, μα τώρα μόνο ό,τι έχει σενάζι θα υπάρχει στη ζωή μου, αλλιώς ποτέ ξανά αυθαίρετα, όχι, αυθαίρετα ποτέ ξανά. Και οι φιλίες, και οι δουλειές, με τσιμέντο σκέτο και λίγα τούβλα, πώς να αντέξουν, σαν την οθόνη πάλλονται, αυτή που ‘χω μπροστά μου (αν την κοιτάξω πολύ ώρα έτσι όπως λικνίζεται θα υπνωτιστώ).

Αχ σκύλε του μέλλοντος καλέ μου Beggin’, θα σε εκπαιδεύσω να μυρίζεις τα τοιχώματα και τους ανθρώπους κι ό,τι σαθρό και έωλο, ό,τι χωρίς σενάζι, να το γαβγίζεις πάραυτα μην την ξαναπατήσω.

Ντάξει, κλειστά τα σχόλια. Στο’χω ξαναπεί. Όταν με πιάνουν παραληρήματα, σε βγάζω έτσι από τη δύσκολη τη θέση.


Τα ξαναλέμε τον ψεύτη μήνα.

aja.jpg

Κι έφτασα 29 χρονών που λες για να καταλάβω πόσο αντιφατικό πλάσμα είμαι. Εγώ που τρέχω στην εθνική με 180 και κάνω προσπεράσεις σαν να με κυνηγάει το FBI, που μπαίνω στο χειρουργείο και κάνω πλάκες με τους γιατρούς και τους νοσοκόμους, που παραιτούμαι από δουλειές χωρίς να έχω βρει καβάντζα, εγώ η ανόητη εγώ, φοβάμαι, τρομοκρατούμαι, με πανικοβάλλει το να δοθώ, να κλείσω τα μάτια και να πέσω, μόνο και μόνο επειδή κάπου άκουσα πως για κάθε αρχή υπάρχει κι ένα τέλος.

Τη μέρα του χειρουργείου είχα μια ανησυχία. Αν θα χρειαστεί να μου ξεβάψουν το κόκκινο μανώ από τα νύχια των ποδιών κι αν θα πονάει η πεταλούδα που θα μου βάλουν στα χέρια για τους ορούς. Τέτοιο είναι το μυαλό μου. Δεν σκεφτόμουν τον φόβο της νάρκωσης, την περίπτωση το αποτέλεσμα της βιοψίας να βγει ανησυχητικό. Ανέβηκα στον φορείο και ζητούσα από τον κύριο που θα με μετέφερε να με βγάλει φωτογραφίες για να με θυμάμαι με τα πράσινα. Η θεία μου φώναζε ‘γιο θέλουμε, τον νου σου’ κι εγώ έκανα ψέματα ότι αναπνέω σαν τις ετοιμόγεννες κι ότι σπρώχνω για να βγει το μωρό. Μπήκαμε στην ψυχρή αίθουσα κι ακουγόταν Τσαλίκης. ‘Αν δεν αλλάξετε σταθμό, εγώ θα σηκωθώ να φύγω’.

Τελικά έμεινα. Δεν ξέρω τι μουσική ακουγόταν όταν ανοιγόταν ο εσωτερικός μου κόσμος, αλλά εγώ έριξα φοβερούς ύπνους. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, προσπαθούσα να μιλήσω, αλλά έβγαιναν μόνο σύμφωνα από το στόμα μου.

-’Αργυρένια είσαι καλά;’

-’Στφξκδφξ μφκδ!’.

Μια ώρα μου πήρε για να συνέλθω. Όταν άρχισαν να βγάζουν νόημα οι λέξεις μου, εγώ ζητούσα, με την ακόλουθη σειρά, τη μαμά μου, το αγόρι μου και μία κρέπα σοκολάτα. Με υστερία όμως. Έπιασα την αναισθησιολόγο από το κολιέ και της είπα με λύσσα: ‘Βγάλε με από εδώ μέσα ΤΩΡΑ΄. Φώναζα ‘πάρτε το από πάνω μου, δεν το αντέχω, είναι βαρύ’. Μου έκαναν τελικά μία ένεση κατοστάρα με κάτι που δεν θυμάμαι πώς το λένε αλλά ξεκινάει από πέ και τελειώνει σε δίνη. Νομίζω. Αυτό που δεν θυμάμαι αλλά χάρηκα όταν το έμαθα -γιατί κατάλαβα στο υποσυνείδητό μου τι ρόλο παίζει αυτό που μόλις αρχίζω να υποψιάζομαι στο ξύπνιο μου πόσο σημαντικό είναι για μένα, είναι ότι ζητούσα απεγνωσμένα τον έρωτά μου, με παραμιλητά και αναφιλητά και η μαία με πλησίασε λέγοντάς μου ‘θες να σου τον καλέσω;’ ‘Ναι ναι ναι ναι ναι ναι’. Όταν η συσκευή πλησίασε στο αυτί μου και εκείνος είπε το όνομά μου εγώ λιποθύμησα. Καλή φάση.

Σύμφωνα λοιπόν με τον γυναικολόγο μου, η παραπάνω αντίδραση είναι συνηθισμένη από ανθρώπους που είναι στο προεγχειρητικό στάδιο πολύ ψύχραιμοι και δεν εκδηλώνουν καθόλου φόβο. Τους βγαίνει σαν αντίδραση η κρίση πανικού μετά, μεταμφιεσμένη σε νεύρα και υστερίες, ενώ η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας ακόμη βρίσκονται σε λήθαργο λόγω της ολικής αναισθησίας.

Αναισθησία, αυτή που χορηγείται ενέσιμα και βγάζει τη μάσκα του φόβου εκθέτοντάς με ανεπανόρθωτα μέσω των αντιδράσεών μου στο προσωπικό της ιδιωτικής κλινικής. Αναισθησία, αυτή που με χαρακτηρίζει χρόνια, αυτή που με βοηθάει στο να μην αποκαλύπτονται στους μορφασμούς του προσώπου και στα λόγια μου οι διεργασίες του μυαλού και της καρδιάς. Η μία τον βοηθάει τον φόβο να φανερωθεί, με ξεγυμνώνει από τις αδυναμίες μου και η άλλη, ψευτοάμυνα και ερμηνεία άξια για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου.

Αντιφατική λοιπόν. Όσο ρομαντική τόσο κυνική. Όσο ευαίσθητη τόσο δυναμική. Και πάντα να ρίχνω μία και να τα καταστρέφω όλα από φόβο ότι δεν θ’ αντέξουν από μόνα τους έτσι κι αλλιώς. Δεν μου ταιριάζω τελικά και νομίζω ότι ο σούπερ γιατρός το έκανε το θαύμα του. Δεν αφαίρεσε μόνο τον όγκο αλλά και τους φόβους. Και τον ηλίθιο εγωισμό μου. Και το πείσμα μου. Και τον απίστευτο μελοδραματισμό μου. Όξω από την παράγκα οι αταίριαστοι που έλεγε η Κάραλη. Σ’ αυτή την περίπτωση ανήκω κι εγώ η ίδια στους προαναφερθέντες. Στον κάδο απορριμάτων και τα λιγοστά πρόσωπα που επέτρεψα έστω και πρόσκαιρα να μπουν στον κόσμο μου και μαζί μ’ αυτά κι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Εγώ. Αταίριαστη. Μα όχι πια. Τώρα είμαι μισοσίγουρη. Τώρα νιώθω γεμάτη. Εγώ, ναι.

Διάβασε τι γράφει η Μαλβίνα: ‘Όξω από την παράγκα οι αταίριαστοι. Να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτα εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε. Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά. Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει – αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος άτομο: για να απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος.

Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο δυνατόν λιγότερο οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. Επιλέγω “ανάξιο εραστή” σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα…. Η λάθος επιλογή σου διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο του να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιό σου. Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι. Πένθος αμετάκλητο μετά”.

Και τώρα βρέθηκε ο όμοιος τ’ ακούς; Και ξύπνησα από τη νάρκωση. Αλλά ούτε άγχη, ούτε κρίσεις. Μια γλυκειά ανησυχία για τα μελλούμενα, αλλά θαμμένη για πάντα η φοβία του τι θα γίνει αν και τι θα γίνει τότε. Εγώ στα λέω αυτά, που έλεγα θα μείνω μόνη γιατί και ζωή μοιρασμένη να διαλέξω, κάτι θα γίνει και παααφ! πάλι μόνη θα’ μαι. Τώρα το ζω. Για όσο.

Κι έλεγα (αλήθεια, όλες τις παραγράφους τις ξεκινάω με το και, αλλά και τι να λέει;), θα γίνω ότι κοροϊδεύω. Γυναίκες που συμβιβάζονται και δεν κυνηγούν τα όνειρά τους από ανασφάλεια. Γυναίκες που παραμυθιάζονται ότι ερωτεύτηκαν επειδή το είχαν ανάγκη. Γυναίκες που γυρνούν στον απαίσιο πρώην τους από φόβο ότι δεν θα αντέξουν μόνες ή το άγχος του επόμενου. Προσποίηση δηλαδή και ψευτιά. Σαν αυτές για να σου το πω και αλληγορικά που έρχονται στο μαγαζί της μαμάς μου με φωτογραφίες από καναπέδες της παραλίας και λένε ‘αχ κυρά λίτσα μου φτιάξε μου τον έτσι, με αυτό το σχέδιο και ότι ύφασμα θες εσύ’. Κι εκεί που τον αγοράζουν με δύο χιλιάδες ευρώ, πηγαίνουν σπίτι τους με τον νέο καναπέ – γωνία προσποιούμενες ότι τον αγόρασαν από τον Βαράγκη. Ίου ίου, που θα έλεγε με αηδία και η Ηλίουια.

Δώδεκα πήγε, έχω ξεσυνηθίσει να ξενυχτάω. Θα τα κλείσω όλα και θα φανταστώ ότι είμαι κάπου στο Ρέθυμνο.

Μαριέτα, ευχαριστώ για τα βιβλία, τα αστεία και όλα σου.

Γρηγόρη, είσαι για μένα αδερφός.

Κατερινάκι, ηλίουιά μου, τι θα έκανα χωρίς εσένα;

Μαρία, είσαι φίλη. Για μια ζωή.

Έλενα, Φάνη, είστε τα πιο τρυφερά καραγκιοζάκια. Με την καλή έννοια.

Γουρουνάκι, θα μου το πληρώσεις που με έκανες να γελάω ενώ απαγορευόταν και ν’ ανασαίνω ακόμη.

Τάσο, Μαριάνθη, λάβ για.

Μωρό μου, να σε χαίρομαι. Χρόνια σου πολλά. Για δώρο γενεθλίων σου δίνω όλο μου το παρελθόν. Εγώ δεν το θέλω πια. Πέτα το κι εσύ. Χρειάστηκε μόνο για να διαμορφώσει αυτό που σου ανήκει.

Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλια και τις ευχές σας. Είμαι καλά. Καλύτερα. Τώρα που με ανακαλύπτω από την αρχή, θα γράφω συχνότερα. Ε, δεν ορκίζομαι κιόλας. Αλλά σίγουρα έχω υλικό. Κουκουρούκου, πάντα.

Τα φιλιά μου.

trinity.jpg

 

Συμβαίνει

Κι ας δυσκολεύεται να γίνει πιστευτό.


Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να μετράω. Φτηνό κόλπο να καλέσει κανείς τον Μορφέα. Είχα καταμετρήσει γύρω στα 142 πρόβατα και 62 στρούγκες όταν ξαφνικά τον ένιωσα να πλησιάζει. Φορούσε δερμάτινα ρούχα, μαύρα γυαλιά και με κοιτούσε ανέκφραστος. ‘Εσύ είσαι ο Μορφέας;’ Δεν μίλησε. Έγνεψε μονάχα. Μου άπλωσε τα χέρια του, τα δάχτυλα σε γροθιές και εγώ σαν να έπρεπε να διαλέξω. Όπως όταν ήμουν μικρή που ο μπαμπάς μου έκρυβε δωράκια. Big bubble στο ένα χέρι, balloo στο άλλο. Παιχνίδι το βρήκα και διάλεξα το αριστερό. ‘Μη βιάζεσαι’ μου είπε τότε. Με την άγρια, μπάσα του φωνή, το επανέλαβε. Μη βιάζεσαι. Κι έτσι μου ‘ρθε στον νου η Πρωτοχρονιά και κάποιος να μου λέει ‘ Αργυρένια, έχεις ένα βασικό ελάττωμα: προτρέχεις΄.

Άνοιξε τις παλάμες του και μου έδειξε τι κρατούσε. Ένα κόκκινο χάπι στο ένα χέρι, ένα μπλε στο άλλο. ‘Είσαι φυλακισμένη του μυαλού σου κι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία διαφυγής. Πάρε το μπλε χάπι και η ιστορία τελειώνει. Ξυπνάς στο κρεβάτι σου και πιστεύεις ό,τι θέλεις να πιστέψεις. Πάρε το κόκκινο χάπι και μείνε στη Χώρα των Θαυμάτων, άι’λ σόου γιου χάου ντιπ δε ράμπιτ χόουλ γκόουζ’. Μπλε χάπι. Ζωή χαρισάμενη.

Θα επέλεγα να έβρισκα τη δουλειά των ονείρων μου. Εκείνη που δεν με κάνει να θέλω να παραιτηθώ από τον δεύτερο μήνα. Εκείνη που πληρώνει καλά και οι άνθρωποι έχουν ενδιαφέρον να τους ανακαλύπτεις. Εκείνη που τα ωράρια σου αφήνουν περιθώρια να έχεις ποιότητα ζωής και σου δίνονται κίνητρα να γίνεσαι ολοένα καλύτερος και τα ‘αφεντικά’ να σ’ έχουν πάντα ανάγκη.

Μπλε χάπι. Ερωτεύεσαι και δίνεσαι με κλειστά τα μάτια. Δεν έχεις φόβο να πληγώσεις ή να πληγωθείς, δεν φοβάσαι τον χρόνο, τη συνήθεια, τους πειρασμούς. Αυτό θα έπαιρνα. Το μπλε χάπι. Ώσπου απλώνοντας το χέρι να το φτάσω, θυμήθηκα. Τα ίδια μου τα λόγια ξανάφερα στον νου:Ζωή είναι να πέφτεις και να σηκώνεσαι, να ρισκάρεις, πότε να χάνεις και πότε να κερδίζεις.

Κόκκινο χάπι. Κόκκινο. Οι κακοί είναι μέσα στο κεφάλι μου. Η φαντασία και η ανασφάλεια οι μεγαλύτεροι εχθροί μου. Συμμαχούν εναντίον μου και σαμποτάρουν τις όμορφες στιγμές μου. Θα μείνω να παλέψω. Ρουτίνα, πλήξη, άγχος ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα και δεν υπάρχει διάρκεια. Δεν έχω σφαίρες, μα που’ μαι ευτυχισμένη πάνε μέρες. Μη σκέφτομαι αν κρατήσει, όχι. Φτάνει που συμβαίνει. Γιατρέ, αύριο στο χειρουργείο μαζί με τον καλοήθη όγκο δεν μου βγάζεις κι αυτή τη φοβία που έχω αποκτήσει στην αγάπη; Βλέπεις, βρήκα κάποιον να με νοιάζει. Κι είναι για μένα ουρανός.

Υ.Γ1 ‘Απ’ ότι άργησε να΄ ρθει κι από το τι δεν ήρθε, χειρότερα μας φέρθηκε αυτό που περιμέναμε τι είναι μη γνωρίζοντας΄.

Υ.Γ2 ‘I know you’re out there. I can feel you now. I know that you’re afraid. You’re afraid of us. You’re afraid of change. I don’t know the future. I didn’t come here to tell you how this is going to end. I came here to tell you how it’s going to begin.

Υ.Γ3 Προεγχειρητικό παραλήρημα είναι, συμπάθα με. Και δεν φοβάμαι το νυστέρι, όχι. Τον Μορφέα και το κόκκινο χάπι του τρέμω, μη φανούν ύπουλοι στο χειρουργείο.

tripoli2.jpg

 

 

Αν έπαιζα σε σήριαλ του Παπακαλιάτη, τόσο καιρό που είμαι χαμένη θα ήταν επειδή θα είχα πάει στο Παρίσι να βρω τον εαυτό μου. Εκεί θα γνώριζα τον Πιέρ και θα ζούσαμε έναν έρωτα όλο τρέλα, σαν να’ ναι η τελευταία μας φορά. Ατέλειωτα ταξίδια πήγαιν’ έλα στου πόθου τα γαλάζια τα νερά. Δεν θα τα διαβάζατε τα νέα μου, αλλά ως είθισται στις υπερπαραγωγές του Χριστόφορου, θα διηγιόμουν η ίδια τις περιπέτειές μου. Θα με βλέπατε σε σκούρο φόντο, να φοράω μαύρο κολλητό φόρεμα γνωστού σχεδιαστή, καπνίζοντας με στιλ, βαμμένη με eye liner σαν τη Κλυταιμνήστρα να μιλάω σε χρόνο παρελθοντικό:

‘Τα είχα χαμένα εκείνη τη μέρα. Ήθελα επειγόντως να πιω ένα τσάι λεμόνι και η Ερμού με τα αμέτρητα καφέ στα δαιδαλώδη στενά της φαινόταν η ιδανική λύση…’ (Ζουμ στο βλέμμα μου και φλας μπακ).

Ωστόσο, η ζωή μου δεν θυμίζει σε τίποτα τα σήριαλ του Παπακαλιάτη. Εγώ ακόμη κι αν ήθελα να ανεβάσω βιντεάκι μ’ εμένα να εξομολογούμαι τις μπούρδες μου, πέραν του ότι δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό, ούτε τραγούδια δεν ξέρω καλά καλά να βάζω, σιχαίνομαι και το κάπνισμα. Άσε που όποτε έχω πάει να βάλω eye liner απλά πασαλείφτηκα. Κι εξάλλου, η πραγματική ζωή, είναι πολύ καλύτερη από τις ταινίες ή τα σήριαλ, ακριβώς επειδή δεν μπορείς να της δώσεις έναν τίτλο ή ένα θέμα. Κωμωδία να την πεις; Δράμα; Κάτι από ‘Φεύγα’ ή ‘Υπέροχα Πλάσματα’; Μα πότε το ένα είναι, πότε το άλλο.

Μία Πέμπτη που λες, μία Πέμπτη που φαινόταν ότι θα είναι σαν όλες τις άλλες Πέμπτες, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, με μικρές και χαριτωμένες ιστορίες απλά να προκύπτουν, εγώ έπρεπε να ξυπνήσω στις επτά παρά γιατί έπιανα δουλειά σαράντα πέντε λεπτά αργότερα. Βάρβαρο αυτό για μένα, κι αν δεν το ήξερες σε παρακαλώ σημείωσέ το στα πρακτικά σου. Το πρωινό ξύπνημα το απεχθάνομαι όταν κάνει κρύο, ακόμη κι όταν πρόκειται για εκδρομή. Φόρεσα τα μανταμίστικά μου, έβαλα ρουζ στα μάγουλα να κρύψω τα σημάδια από το μαξιλάρι και βγήκα στον δρόμο να βρω τον ταξιτζή που είχα στήσει ήδη κανένα δεκάλεπτο. Χάσιμο στους δρόμους, κίνηση, κόρνες, αδύνατο να κοιμηθώ στο πίσω κάθισμα όπως το είχα υπολογίσει. Άφιξη στην Κηφισιά και διευθέτηση εκκρεμοτήτων. Βουτιά πάλι στο πίσω μέρος ενός ταξί με προορισμό το γραφείο και τσουπ, ένα άδειασμα στις φλέβες, μία ανατριχίλα, η εσωτερική θερμοκρασία ν’ ανεβαίνει. Οι γιατροί είπαν ότι οι δύο απανωτές λιποθυμίες ήταν αντίδραση στον πόνο. Νεύρωση στομάχου το νέο μου κουσούρι.

Μία βδομάδα μετά κι εγώ ψάχνω την καλή μου φίλη να της πω χρόνια πολλά. ‘Δεν τα έμαθες για τη Μαρία;’ Πάλι το ίδιο τρέμουλο, πάλι το ίδιο χάσιμο μα αιτία αυτή τη φορά τα νέα: Χτύπησαν τη Μαρία, Κατ, εντατική, αιμορραγία, 23 φιάλες αίμα, τάμα, θαύμα, η Μαρία ζει.

Η Μαρία ζει και παραδίδει μαθήματα δύναμης. Η Μαρία ζει και οι γιατροί δεν το πιστεύουν. Η Μαρία ζει κι ας μην έχει πια σπλήνα, ας έχει ένα νεφρό, ας έσπασε η λεκάνη και το χέρι της. Το χαμόγελό της είναι εκεί κι όταν την επισκέπτεσαι φεύγεις με ένα αίσθημα σαν να πήγες στο Ιασώ κι όχι εκεί μέσα, σαν να μην πήγες να δώσεις παρηγοριά μα να πάρεις. Η Μαρία ζει και ξαφνικά εκείνος που αγαπούσε τόσα χρόνια, εμφανίστηκε από το πουθενά με δάκρυα στα μάτια να της λέει πως την αγαπάει κι ότι κόντεψε να τρελαθεί όταν έμαθε πως παραλίγο να τη χάσει. Ανόητοι άνθρωποι. Περνάει η ζωή και χάνεται. Και περιμένεις μία τραγωδία για να σπάσεις το καλούπι σου, να φωνάξεις τη σκέψη σου και να τη ντύσεις με λόγια. Και συνήθως είναι πια αργά.

Η ζωή είναι ένα δώρο. Η ζωή είναι ωραία. Η ζωή έχει πλάκα. Τόσο κοινότυπα μα τόσο αληθινά. Μόνο αν κινδυνεύσεις να τη χάσεις, μόνο όταν καταλάβεις πόσο εύθραυστη είναι αρχίζεις να την εκτιμάς. Και στο λέω εγώ αυτό που πέρυσι πέρασα μία φάση που έκλεινα κινητά και σταθερά και καθόμουν ανάσκελα κοιτάζοντας το ταβάνι. Και ξέρεις κάτι; Το να πιάνεις μελωδία δεν βοηθάει , έχει κάτι παραγωγούς που σε ωθούν στην αυτοκτονία. Ζωή είναι να προσπαθείς, να παλεύεις, να αγωνιάς, να σε απορρίπτουν, να ρίχνεις τα μούτρα σου, να πέφτεις, να ξανασηκώνεσαι, να κλαις για να γελάσεις πάλι. Μα πώς θα τη χαρείς την επιτυχία σου αν δεν αποτύχεις πρώτα; Πώς θα κάνεις τον σταυρό σου που βρήκες έναν άνθρωπο αν δεν φας τα σκατά νωρίτερα; Κανείς δεν μένει μόνος και κανείς δεν χάνεται. Κι όλες οι περιπέτειες κάποτε τελειώνουν.

Αλλάζω θέμα και φτάνω στον επίλογο. Είναι αργά και είμαι με δυο ώρες ύπνο τρία βράδια τώρα. Με πλάνεψε η dolce vita, αυτό που λεν γλυκιά ζωή που λέει και ο Ζαγοραίος (νομίζω). Πήγα στη μαμά να φάω και είχε φάβα. Μου έμοιαζε με κρέμα Νουνού για μωρά και την έφαγα στην πείνα μου πάνω. Κονόμησα και τριάντα ευρώ γιατί βάλαμε στοίχημα αν ξέρω πώς φτιάχνεται. Ο Μαμαλάκης να’ναι καλά που μου’ δωσε τα φώτα του. Άρχισαν το κήρυγμα με τη θεία μου. Που δεν ξέρω να ράβω, να πάρω καμιά κάλτσα και να κάνω πρόβες με βελόνα και κλωστή, που δεν ξέρω να μαγειρεύω καλά και πρέπει να κοιτάω συνταγές, που δεν έχω πιάσει ποτέ σίδερο στη ζωή μου ενώ είμαι για παντρειά. Ειλικρινά, πώς νομίζεις ότι θα το πάρουν μόλις τους ανακοινώσω ότι του χρόνου θα συγκατοικήσω με την Ηλίουια; Εκεί που θα περιμένουν να τους πάω γαμπρό, εγώ θα τους πω, εχμ , ξέρετε, εγώ θα μείνω με την καλύτερή μου φίλη, λες και είμαι πάλι είκοσι χρονών.

Α και μια και το’ φερε η κουβέντα, εντάξει, μπορεί να μην ξέρω να σιδερώνω, να έμαθα πέρυσι τι είναι το msn και μέχρι τότε να το θεωρούσα κάτι σαν αρχικά γράμματα για το σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, αλλά όπου μπορώ τις γνώσεις μου τις προσφέρω και τις χαρίζω απλόχερα, όχι σαν κάτι άλλες, που τους ζητάς μια χάρη επειδή έχεις τόσα στο κεφαλάκι σου και δεν μπορείς να μικρύνεις μία γαμωφωτογραφία κι εκείνες σου απαντούν (κάνω paste φίλε αναγνώστη για να καταλάβεις με τι κωλοπαίδι θα μείνω μαζί του χρόνου):

«οχι φωτογραφια αλλα τα αρχιδια μου θα παρεις που με ξυπνησες και αντι να στο κλεισω στη μουρη σηκωθηκα σαν το φαντασμα για να στη φτιαξω και εσυ μου το κλεινεις και στα μουτρα γ’αυτον!!!!!!!!!!!!βαλαχα που θες και μπλογκ που δεν ξερεις που παν τα τεσσερα απο τεχνολογια παλιοπετουγια και θα μου πεις εμενα οτι δεν μπορω να στη φτιαξω,που μεχρι χτες νόμιζες οτι το πιξελ ήταν χαρακτηρας ποκεμον,που ακουγες φοτοσοπ και νομιζες οτι ανοιξε καινουριο μαγαζι με φωτογραφιες,που νομιζες οτι το παουερ ποιντ ειναι κατι σαν τους παουερ ρειντζερς».

Κι όλα αυτά για να μου στείλει τη φωτογραφία που βλέπεις πιο πάνω, από το τελευταίο μας ταξίδι το σαββατοκύριακο που πέρασε, που γλιτώσαμε τον χάρο τρεις φορές. Την πρώτη όταν εκείνη παρίστανε τον μπουζουξή κι εκείνος μας αγριοκοίταζε σε μία ταβέρνα κάπου στο Ελληνικόν, τη δεύτερη όταν εγώ μιμούμουν έναν ντόπιο στο ζεϊμπέκικο κι όλο το μαγαζί πιστεύω ότι έκανε συσκέψεις για το πώς θα μας δολοφονήσει κι έπειτα να το κάνει να φανεί σαν ατύχημα και την τρίτη αλλά όχι φαρμακερή ευτυχώς, λίγο έξω από την Τρίπολη, όταν μου έφυγε το golf σε μία απότομη στροφή, έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου, μπήκαμε στο αντίθετο ρεύμα και επιβιώσαμε από θαύμα.

Ζούμε λοιπόν, ζούμε και τα γέλια μας κάνουν ακόμη αντίλαλο στο spa της Στεμνίτσας, ζούμε και μία απλή βόλτα στο Σύνταγμα μπορεί να δώσει τροφή για εκατόν εξήντα δύο αφηγήσεις, ζούμε και βιώνουμε στο απόλυτο τις αποτυχίες μας, τις επιτυχίες μας, τους έρωτες και τα απωθημένα μας. Ένα ξέφρενο ζάπινγκ σε καλές και κακές στιγμές. Ένα αέναο ψάξιμο μέσα μας και γύρω μας μέχρι να φτάσουμε κάπου. Ωραίο είναι να μην ξέρεις τι σε περιμένει, για σκέψου το. Αυτά που δεν προβλέπεις είναι μαγικά. Επειδή έρχονται όταν είσαι ανυποψίαστος. Shuffle. Εκεί που ακούς το ‘Σώσε με , δως μου να πιω το δηλητήριο’ , Αγγελάκας και ‘ όπως ξυπνούν οι εραστές’. Έτσι είναι και η ζωή.

Βγάζω νόημα;

Ε, πότε έβγαζα βρε καλό μου για να βγάλω απόψε;;;

princess2.jpg

Θα φύγω. Θα ψάξω άλλη γη, άλλη πατρίδα. Θα αλλάξω τ’ όνομά μου και το χρώμα των μαλλιών. Σαν να είμαι καταζητούμενη και τρέχω να γλιτώσω από το χθες και τους κατηγόρους.

Θα ξεχάσω πώς είναι να θυμάσαι. Θα αγαπήσω σαν να μου συμβαίνει πρώτη μου φορά. Θα πληγωθώ νομίζοντας πως θέλω να πεθάνω. Θα χάσω πάλι φίλους κι όνειρα και κάθε φορά το κοντέρ θα μηδενίζει.

Και ξανά, και ξανά…

Ε ψιτ! Άσε τα μεγάλα λόγια και τραγούδησε μαζί μου:

“Άλλα θέλω κι άλλα κάνω πώς να σου το πω
έλεγα περνούν τα χρόνια θα συμμορφωθώ
Μα είναι δώρο άδωρο ν’ αλλάξεις χαρακτήρα
τζάμπα κρατάς λογαριασμό τζάμπα σωστός με το στανιό

 

Υ.Γ1 Τη μισώ τη μυρωδιά του νοσοκομείου, μ’ ακούς;

Υ.Γ2 καλά που είχα ρίξει πετραδάκια πίσω μου και δεν έχασα τον δρόμο.

Υ.Γ3 σάμπως εγώ καταλαβαίνω τίποτα νομίζεις; Ναι στο υπόσχομαι. Τελευταίος μονόλογος.