header image
 

Της σιωπής

corsica.jpg

Αν ετοιμάζεσαι να γράψεις ποστ μετά από πάρα πολύ καιρό, ενώ ακούς το Corsica στο repeat, ο αγαπημένος σου λείπει σε ταξίδι και έχεις μόλις ζυγιστεί, δεν χρειάζεσαι να είσαι εγώ για να έχεις εξασφαλίσει ένα μελαγχολικό κείμενο.

Δεν καταλαβαίνω γιατί μόνο όταν είμαι θλιμμένη καταφεύγω σε αυτό το λευκό πλαίσιο. Λες και γράφοντας και βομβαρδίζοντάς σας με λέξεις, θα ενεργοποιηθεί ο μεταβολισμός μου, θα επιστρέψει Εκείνος, θα αρχίσει ξαφνικά να παίζει το ‘Πάμε Χαβάη’.

Στο μικρό μου δωμάτιο Moby και Μάλαμας έχουν γίνει φιλαράκια. Σχεδόν τους βλέπω να κάθονται στο μπορντό καναπεδάκι και να κουρδίζουν τις κιθάρες τους. Ο ένας σιγομουρμουρίζει μελωδίες υπέροχες και με ταξιδεύει νοερά στην Εύβοια με το Everloving, ‘‘όποιος ξεχνάει χάνεται, ραγίζει όποιος θυμάται’ συμπληρώνει ο άλλος.

Εγώ να θυμάμαι ξέχασα. Ονειρεύομαι μόνο. Ό,τι παλιά κορόιδευα. Φαντάζομαι ένα σκυλάκι στο σπιτάκι του να μου κουνάει την ουρά του, εκεί που τώρα ακόμη έχει τούβλα και σενάζι. (Εννοείται πως δεν ξέρω τι θα πει σενάζι, απλά Τον άκουσα να το χρησιμοποιεί πλάι στη λέξη τούβλα. Ωραία λέξη όμως, ποιητική, σενάζι, όλο νόημα και νάζι, την κρατάμε να τη χρησιμοποιήσουμε αλληγορικά πιο κάτω με τη βοήθεια του Μπαμπινιώτη ή της wikipedia, όβερ).

Τι έλεγα; Α ναι. Ονειρεύομαι μελαχρινά παιδιά να μπαίνουν με λασπωμένα τα παπούτσια στο σαλόνι κι εγώ να τα κυνηγάω γελώντας, να ακούω ‘πεινάω’ στις δύο τη νύχτα και να σηκώνομαι να φτιάξω σαλατούλες, ποια εγώ, που έπαιρνα τη μαμά τηλέφωνο μεσάνυχτα και της έλεγα ‘αχ μανούλα γουργουρίζει η κοιλίτσα, να’ χα λίγη ομελετούλα’. Ξαφνικά η ζωή επτά γράμματα για να δανειστώ στίχο και να τον τροποποιήσω.

Έχω καιρό να γράψω, αλλά εντάξει, αν με διαβάζεις θα έχεις μάθει κάποια πράγματα για μένα: Είμαι κυκλοθυμική, είμαι ερωτευμένη, κάθε έξι μήνες παραιτούμαι από τη δουλειά μου. Ε, δεν χρειάζεται να λέμε πολλά λοιπόν.

Σκεφτόμουν κάποτε, πως αν αυτό το blog έχει βιωσιμότητα, θα ήταν ενδιαφέρον με κάποιον μαγικό τρόπο να μπορώ να προβλέψω τα ποστ του μέλλοντος. Να πάω στα αρχεία του 2013 και να δω τι θέματα θα αντιμετωπίζω τότε.

Αν ερχόταν το τζίνι και μου έλεγε, ε ψιτ, κοπελιά, τι θες απ’ όλα, να γίνεις αόρατη, να ταξιδεύεις στον χώρο και τον χρόνο, ή να διαβάζεις τη σκέψη, εγώ θα το εξέπληττα λέγοντάς του, δώσε μου τα ποστ του μέλλοντος. Ελπίζω να μην έπεφτα σε κανένα βαρήκοο και μου έδινε τίποτα περίεργα χάπια με γεύση ψίχας με σφένδαμο και καλέντουλα.

Σκεφτόμουν που λες να το κλείσω το blog αυτό, γιατί εντάξει, το ‘χεις καταλάβει ότι δεν είμαι mainstream blogger, δεν είμαι καν ενεργό μέλος της ‘κοινότητας’. Εγώ αντί να τα γράφω σε σπιράλ τετράδιο με ροζ εξώφυλλο και να τα κρύβω κάτω από το στρώμα μου, απλά τα πληκτρολογώ και μετά πατάω ένα publish.

Της σιωπής λέγεται το κείμενο αλλά ήταν για να σε μπερδέψει. Είμαι πολλά πράγματα αλλά όχι, λακωνική δεν υπήρξα ποτέ. Ούτε καν σαφής όπως θα κατάλαβες. Μακάρι να μπορούσα να τα πω όλα αλλιώς. Να μιλούσα με σιωπές, να χάριζα τις μουσικές και να’ταν η ματιά μου δίκοπο μαχαίρι. Διαδικτυακά εννοώ βρε κουτό, από κοντά θα στα έλεγα όλα με τα μάτια μου γιατί τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, θα μου έλεγες το πρόβλημά σου και θα σου έλεγα, αχ, ναι, εδώ ταιριάζει το ‘δακρυσμένα μάτια’ του Σωκράτη και αν δεν το ήξερες θα σε κοίταζα με βλέμμα Τασσώς Καββαδία τουλάχιστον. Οπότε μέσα θα έπεφτα, δεν θα υπήρχε γκαπ. Με πιάνεις; Ούτε εγώ εμένα αλλά ας μην το κάνουμε θέμα.

Μάθε τη γλώσσα της σιωπής κι ύστερα έλα να μου πεις πως κλίνεται το σ’ αγαπώ, πώς βγάζει η έρημος καρπό…

Χάνομαι που λες για να βρεθώ και πάλι. Κι είναι καλύτερη η ζωή όταν τη ζεις στ’ αλήθεια. Κι ύστερα ας γράφεις γι’ αυτή, δεν λέω. Όμως σκέφτομαι νύχτες χειμωνιάτικες και μάτια να τσούζουν μπροστά σε μία οθόνη. Κι έλεγα, αυτό εδώ το λαπτοπάκι (το οποίο πνέει τα λοίσθια) με βοηθάει να ξεπεράσω τις κλειστές μου, ενώ αυτό το λαπτοπάκι (αυτοκτόνησε, αλήθεια, δεν το σκότωσα εγώ) με έριχνε στη μελαγχολία και στης θλίψης τα λαγούμια κι εγώ δεν έπαιρνα χαμπάρι.

Γύρισα όμως και νομίζω πως πάντα θα επιστρέφω, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον, αλλά να, άνοιξη μπαίνει, χειμώνας τελείωνε, μου πήρε χρόνο να γκρεμίσω ό,τι ήτανε για γκρέμισμα, μα τώρα μόνο ό,τι έχει σενάζι θα υπάρχει στη ζωή μου, αλλιώς ποτέ ξανά αυθαίρετα, όχι, αυθαίρετα ποτέ ξανά. Και οι φιλίες, και οι δουλειές, με τσιμέντο σκέτο και λίγα τούβλα, πώς να αντέξουν, σαν την οθόνη πάλλονται, αυτή που ‘χω μπροστά μου (αν την κοιτάξω πολύ ώρα έτσι όπως λικνίζεται θα υπνωτιστώ).

Αχ σκύλε του μέλλοντος καλέ μου Beggin’, θα σε εκπαιδεύσω να μυρίζεις τα τοιχώματα και τους ανθρώπους κι ό,τι σαθρό και έωλο, ό,τι χωρίς σενάζι, να το γαβγίζεις πάραυτα μην την ξαναπατήσω.

Ντάξει, κλειστά τα σχόλια. Στο’χω ξαναπεί. Όταν με πιάνουν παραληρήματα, σε βγάζω έτσι από τη δύσκολη τη θέση.


Τα ξαναλέμε τον ψεύτη μήνα.

Το τέλος μη δω

aja.jpg

Κι έφτασα 29 χρονών που λες για να καταλάβω πόσο αντιφατικό πλάσμα είμαι. Εγώ που τρέχω στην εθνική με 180 και κάνω προσπεράσεις σαν να με κυνηγάει το FBI, που μπαίνω στο χειρουργείο και κάνω πλάκες με τους γιατρούς και τους νοσοκόμους, που παραιτούμαι από δουλειές χωρίς να έχω βρει καβάντζα, εγώ η ανόητη εγώ, φοβάμαι, τρομοκρατούμαι, με πανικοβάλλει το να δοθώ, να κλείσω τα μάτια και να πέσω, μόνο και μόνο επειδή κάπου άκουσα πως για κάθε αρχή υπάρχει κι ένα τέλος.

Τη μέρα του χειρουργείου είχα μια ανησυχία. Αν θα χρειαστεί να μου ξεβάψουν το κόκκινο μανώ από τα νύχια των ποδιών κι αν θα πονάει η πεταλούδα που θα μου βάλουν στα χέρια για τους ορούς. Τέτοιο είναι το μυαλό μου. Δεν σκεφτόμουν τον φόβο της νάρκωσης, την περίπτωση το αποτέλεσμα της βιοψίας να βγει ανησυχητικό. Ανέβηκα στον φορείο και ζητούσα από τον κύριο που θα με μετέφερε να με βγάλει φωτογραφίες για να με θυμάμαι με τα πράσινα. Η θεία μου φώναζε ‘γιο θέλουμε, τον νου σου’ κι εγώ έκανα ψέματα ότι αναπνέω σαν τις ετοιμόγεννες κι ότι σπρώχνω για να βγει το μωρό. Μπήκαμε στην ψυχρή αίθουσα κι ακουγόταν Τσαλίκης. ‘Αν δεν αλλάξετε σταθμό, εγώ θα σηκωθώ να φύγω’.

Τελικά έμεινα. Δεν ξέρω τι μουσική ακουγόταν όταν ανοιγόταν ο εσωτερικός μου κόσμος, αλλά εγώ έριξα φοβερούς ύπνους. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, προσπαθούσα να μιλήσω, αλλά έβγαιναν μόνο σύμφωνα από το στόμα μου.

-’Αργυρένια είσαι καλά;’

-’Στφξκδφξ μφκδ!’.

Μια ώρα μου πήρε για να συνέλθω. Όταν άρχισαν να βγάζουν νόημα οι λέξεις μου, εγώ ζητούσα, με την ακόλουθη σειρά, τη μαμά μου, το αγόρι μου και μία κρέπα σοκολάτα. Με υστερία όμως. Έπιασα την αναισθησιολόγο από το κολιέ και της είπα με λύσσα: ‘Βγάλε με από εδώ μέσα ΤΩΡΑ΄. Φώναζα ‘πάρτε το από πάνω μου, δεν το αντέχω, είναι βαρύ’. Μου έκαναν τελικά μία ένεση κατοστάρα με κάτι που δεν θυμάμαι πώς το λένε αλλά ξεκινάει από πέ και τελειώνει σε δίνη. Νομίζω. Αυτό που δεν θυμάμαι αλλά χάρηκα όταν το έμαθα -γιατί κατάλαβα στο υποσυνείδητό μου τι ρόλο παίζει αυτό που μόλις αρχίζω να υποψιάζομαι στο ξύπνιο μου πόσο σημαντικό είναι για μένα, είναι ότι ζητούσα απεγνωσμένα τον έρωτά μου, με παραμιλητά και αναφιλητά και η μαία με πλησίασε λέγοντάς μου ‘θες να σου τον καλέσω;’ ‘Ναι ναι ναι ναι ναι ναι’. Όταν η συσκευή πλησίασε στο αυτί μου και εκείνος είπε το όνομά μου εγώ λιποθύμησα. Καλή φάση.

Σύμφωνα λοιπόν με τον γυναικολόγο μου, η παραπάνω αντίδραση είναι συνηθισμένη από ανθρώπους που είναι στο προεγχειρητικό στάδιο πολύ ψύχραιμοι και δεν εκδηλώνουν καθόλου φόβο. Τους βγαίνει σαν αντίδραση η κρίση πανικού μετά, μεταμφιεσμένη σε νεύρα και υστερίες, ενώ η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας ακόμη βρίσκονται σε λήθαργο λόγω της ολικής αναισθησίας.

Αναισθησία, αυτή που χορηγείται ενέσιμα και βγάζει τη μάσκα του φόβου εκθέτοντάς με ανεπανόρθωτα μέσω των αντιδράσεών μου στο προσωπικό της ιδιωτικής κλινικής. Αναισθησία, αυτή που με χαρακτηρίζει χρόνια, αυτή που με βοηθάει στο να μην αποκαλύπτονται στους μορφασμούς του προσώπου και στα λόγια μου οι διεργασίες του μυαλού και της καρδιάς. Η μία τον βοηθάει τον φόβο να φανερωθεί, με ξεγυμνώνει από τις αδυναμίες μου και η άλλη, ψευτοάμυνα και ερμηνεία άξια για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου.

Αντιφατική λοιπόν. Όσο ρομαντική τόσο κυνική. Όσο ευαίσθητη τόσο δυναμική. Και πάντα να ρίχνω μία και να τα καταστρέφω όλα από φόβο ότι δεν θ’ αντέξουν από μόνα τους έτσι κι αλλιώς. Δεν μου ταιριάζω τελικά και νομίζω ότι ο σούπερ γιατρός το έκανε το θαύμα του. Δεν αφαίρεσε μόνο τον όγκο αλλά και τους φόβους. Και τον ηλίθιο εγωισμό μου. Και το πείσμα μου. Και τον απίστευτο μελοδραματισμό μου. Όξω από την παράγκα οι αταίριαστοι που έλεγε η Κάραλη. Σ’ αυτή την περίπτωση ανήκω κι εγώ η ίδια στους προαναφερθέντες. Στον κάδο απορριμάτων και τα λιγοστά πρόσωπα που επέτρεψα έστω και πρόσκαιρα να μπουν στον κόσμο μου και μαζί μ’ αυτά κι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Εγώ. Αταίριαστη. Μα όχι πια. Τώρα είμαι μισοσίγουρη. Τώρα νιώθω γεμάτη. Εγώ, ναι.

Διάβασε τι γράφει η Μαλβίνα: ‘Όξω από την παράγκα οι αταίριαστοι. Να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτα εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε. Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά. Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει - αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος άτομο: για να απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος.

Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο δυνατόν λιγότερο οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. Επιλέγω “ανάξιο εραστή” σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα…. Η λάθος επιλογή σου διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο του να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιό σου. Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι. Πένθος αμετάκλητο μετά”.

Και τώρα βρέθηκε ο όμοιος τ’ ακούς; Και ξύπνησα από τη νάρκωση. Αλλά ούτε άγχη, ούτε κρίσεις. Μια γλυκειά ανησυχία για τα μελλούμενα, αλλά θαμμένη για πάντα η φοβία του τι θα γίνει αν και τι θα γίνει τότε. Εγώ στα λέω αυτά, που έλεγα θα μείνω μόνη γιατί και ζωή μοιρασμένη να διαλέξω, κάτι θα γίνει και παααφ! πάλι μόνη θα’ μαι. Τώρα το ζω. Για όσο.

Κι έλεγα (αλήθεια, όλες τις παραγράφους τις ξεκινάω με το και, αλλά και τι να λέει;), θα γίνω ότι κοροϊδεύω. Γυναίκες που συμβιβάζονται και δεν κυνηγούν τα όνειρά τους από ανασφάλεια. Γυναίκες που παραμυθιάζονται ότι ερωτεύτηκαν επειδή το είχαν ανάγκη. Γυναίκες που γυρνούν στον απαίσιο πρώην τους από φόβο ότι δεν θα αντέξουν μόνες ή το άγχος του επόμενου. Προσποίηση δηλαδή και ψευτιά. Σαν αυτές για να σου το πω και αλληγορικά που έρχονται στο μαγαζί της μαμάς μου με φωτογραφίες από καναπέδες της παραλίας και λένε ‘αχ κυρά λίτσα μου φτιάξε μου τον έτσι, με αυτό το σχέδιο και ότι ύφασμα θες εσύ’. Κι εκεί που τον αγοράζουν με δύο χιλιάδες ευρώ, πηγαίνουν σπίτι τους με τον νέο καναπέ - γωνία προσποιούμενες ότι τον αγόρασαν από τον Βαράγκη. Ίου ίου, που θα έλεγε με αηδία και η Ηλίουια.

Δώδεκα πήγε, έχω ξεσυνηθίσει να ξενυχτάω. Θα τα κλείσω όλα και θα φανταστώ ότι είμαι κάπου στο Ρέθυμνο.

Μαριέτα, ευχαριστώ για τα βιβλία, τα αστεία και όλα σου.

Γρηγόρη, είσαι για μένα αδερφός.

Κατερινάκι, ηλίουιά μου, τι θα έκανα χωρίς εσένα;

Μαρία, είσαι φίλη. Για μια ζωή.

Έλενα, Φάνη, είστε τα πιο τρυφερά καραγκιοζάκια. Με την καλή έννοια.

Γουρουνάκι, θα μου το πληρώσεις που με έκανες να γελάω ενώ απαγορευόταν και ν’ ανασαίνω ακόμη.

Τάσο, Μαριάνθη, λάβ για.

Μωρό μου, να σε χαίρομαι. Χρόνια σου πολλά. Για δώρο γενεθλίων σου δίνω όλο μου το παρελθόν. Εγώ δεν το θέλω πια. Πέτα το κι εσύ. Χρειάστηκε μόνο για να διαμορφώσει αυτό που σου ανήκει.

Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλια και τις ευχές σας. Είμαι καλά. Καλύτερα. Τώρα που με ανακαλύπτω από την αρχή, θα γράφω συχνότερα. Ε, δεν ορκίζομαι κιόλας. Αλλά σίγουρα έχω υλικό. Κουκουρούκου, πάντα.

Τα φιλιά μου.

Μη αντιληπτόν

trinity.jpg

Συμβαίνει

Κι ας δυσκολεύεται να γίνει πιστευτό.


Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να μετράω. Φτηνό κόλπο να καλέσει κανείς τον Μορφέα. Είχα καταμετρήσει γύρω στα 142 πρόβατα και 62 στρούγκες όταν ξαφνικά τον ένιωσα να πλησιάζει. Φορούσε δερμάτινα ρούχα, μαύρα γυαλιά και με κοιτούσε ανέκφραστος. ‘Εσύ είσαι ο Μορφέας;’ Δεν μίλησε. Έγνεψε μονάχα. Μου άπλωσε τα χέρια του, τα δάχτυλα σε γροθιές και εγώ σαν να έπρεπε να διαλέξω. Όπως όταν ήμουν μικρή που ο μπαμπάς μου έκρυβε δωράκια. Big bubble στο ένα χέρι, balloo στο άλλο. Παιχνίδι το βρήκα και διάλεξα το αριστερό. ‘Μη βιάζεσαι’ μου είπε τότε. Με την άγρια, μπάσα του φωνή, το επανέλαβε. Μη βιάζεσαι. Κι έτσι μου ‘ρθε στον νου η Πρωτοχρονιά και κάποιος να μου λέει ‘ Αργυρένια, έχεις ένα βασικό ελάττωμα: προτρέχεις΄.

Άνοιξε τις παλάμες του και μου έδειξε τι κρατούσε. Ένα κόκκινο χάπι στο ένα χέρι, ένα μπλε στο άλλο. ‘Είσαι φυλακισμένη του μυαλού σου κι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία διαφυγής. Πάρε το μπλε χάπι και η ιστορία τελειώνει. Ξυπνάς στο κρεβάτι σου και πιστεύεις ό,τι θέλεις να πιστέψεις. Πάρε το κόκκινο χάπι και μείνε στη Χώρα των Θαυμάτων, άι’λ σόου γιου χάου ντιπ δε ράμπιτ χόουλ γκόουζ’. Μπλε χάπι. Ζωή χαρισάμενη.

Θα επέλεγα να έβρισκα τη δουλειά των ονείρων μου. Εκείνη που δεν με κάνει να θέλω να παραιτηθώ από τον δεύτερο μήνα. Εκείνη που πληρώνει καλά και οι άνθρωποι έχουν ενδιαφέρον να τους ανακαλύπτεις. Εκείνη που τα ωράρια σου αφήνουν περιθώρια να έχεις ποιότητα ζωής και σου δίνονται κίνητρα να γίνεσαι ολοένα καλύτερος και τα ‘αφεντικά’ να σ’ έχουν πάντα ανάγκη.

Μπλε χάπι. Ερωτεύεσαι και δίνεσαι με κλειστά τα μάτια. Δεν έχεις φόβο να πληγώσεις ή να πληγωθείς, δεν φοβάσαι τον χρόνο, τη συνήθεια, τους πειρασμούς. Αυτό θα έπαιρνα. Το μπλε χάπι. Ώσπου απλώνοντας το χέρι να το φτάσω, θυμήθηκα. Τα ίδια μου τα λόγια ξανάφερα στον νου:Ζωή είναι να πέφτεις και να σηκώνεσαι, να ρισκάρεις, πότε να χάνεις και πότε να κερδίζεις.

Κόκκινο χάπι. Κόκκινο. Οι κακοί είναι μέσα στο κεφάλι μου. Η φαντασία και η ανασφάλεια οι μεγαλύτεροι εχθροί μου. Συμμαχούν εναντίον μου και σαμποτάρουν τις όμορφες στιγμές μου. Θα μείνω να παλέψω. Ρουτίνα, πλήξη, άγχος ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα και δεν υπάρχει διάρκεια. Δεν έχω σφαίρες, μα που’ μαι ευτυχισμένη πάνε μέρες. Μη σκέφτομαι αν κρατήσει, όχι. Φτάνει που συμβαίνει. Γιατρέ, αύριο στο χειρουργείο μαζί με τον καλοήθη όγκο δεν μου βγάζεις κι αυτή τη φοβία που έχω αποκτήσει στην αγάπη; Βλέπεις, βρήκα κάποιον να με νοιάζει. Κι είναι για μένα ουρανός.

Υ.Γ1 ‘Απ’ ότι άργησε να΄ ρθει κι από το τι δεν ήρθε, χειρότερα μας φέρθηκε αυτό που περιμέναμε τι είναι μη γνωρίζοντας΄.

Υ.Γ2 ‘I know you’re out there. I can feel you now. I know that you’re afraid. You’re afraid of us. You’re afraid of change. I don’t know the future. I didn’t come here to tell you how this is going to end. I came here to tell you how it’s going to begin.

Υ.Γ3 Προεγχειρητικό παραλήρημα είναι, συμπάθα με. Και δεν φοβάμαι το νυστέρι, όχι. Τον Μορφέα και το κόκκινο χάπι του τρέμω, μη φανούν ύπουλοι στο χειρουργείο.

FW: το μεγαλύτερο post του κόσμου!

tripoli2.jpg

 

 

Αν έπαιζα σε σήριαλ του Παπακαλιάτη, τόσο καιρό που είμαι χαμένη θα ήταν επειδή θα είχα πάει στο Παρίσι να βρω τον εαυτό μου. Εκεί θα γνώριζα τον Πιέρ και θα ζούσαμε έναν έρωτα όλο τρέλα, σαν να’ ναι η τελευταία μας φορά. Ατέλειωτα ταξίδια πήγαιν’ έλα στου πόθου τα γαλάζια τα νερά. Δεν θα τα διαβάζατε τα νέα μου, αλλά ως είθισται στις υπερπαραγωγές του Χριστόφορου, θα διηγιόμουν η ίδια τις περιπέτειές μου. Θα με βλέπατε σε σκούρο φόντο, να φοράω μαύρο κολλητό φόρεμα γνωστού σχεδιαστή, καπνίζοντας με στιλ, βαμμένη με eye liner σαν τη Κλυταιμνήστρα να μιλάω σε χρόνο παρελθοντικό:

‘Τα είχα χαμένα εκείνη τη μέρα. Ήθελα επειγόντως να πιω ένα τσάι λεμόνι και η Ερμού με τα αμέτρητα καφέ στα δαιδαλώδη στενά της φαινόταν η ιδανική λύση…’ (Ζουμ στο βλέμμα μου και φλας μπακ).

Ωστόσο, η ζωή μου δεν θυμίζει σε τίποτα τα σήριαλ του Παπακαλιάτη. Εγώ ακόμη κι αν ήθελα να ανεβάσω βιντεάκι μ’ εμένα να εξομολογούμαι τις μπούρδες μου, πέραν του ότι δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό, ούτε τραγούδια δεν ξέρω καλά καλά να βάζω, σιχαίνομαι και το κάπνισμα. Άσε που όποτε έχω πάει να βάλω eye liner απλά πασαλείφτηκα. Κι εξάλλου, η πραγματική ζωή, είναι πολύ καλύτερη από τις ταινίες ή τα σήριαλ, ακριβώς επειδή δεν μπορείς να της δώσεις έναν τίτλο ή ένα θέμα. Κωμωδία να την πεις; Δράμα; Κάτι από ‘Φεύγα’ ή ‘Υπέροχα Πλάσματα’; Μα πότε το ένα είναι, πότε το άλλο.

Μία Πέμπτη που λες, μία Πέμπτη που φαινόταν ότι θα είναι σαν όλες τις άλλες Πέμπτες, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, με μικρές και χαριτωμένες ιστορίες απλά να προκύπτουν, εγώ έπρεπε να ξυπνήσω στις επτά παρά γιατί έπιανα δουλειά σαράντα πέντε λεπτά αργότερα. Βάρβαρο αυτό για μένα, κι αν δεν το ήξερες σε παρακαλώ σημείωσέ το στα πρακτικά σου. Το πρωινό ξύπνημα το απεχθάνομαι όταν κάνει κρύο, ακόμη κι όταν πρόκειται για εκδρομή. Φόρεσα τα μανταμίστικά μου, έβαλα ρουζ στα μάγουλα να κρύψω τα σημάδια από το μαξιλάρι και βγήκα στον δρόμο να βρω τον ταξιτζή που είχα στήσει ήδη κανένα δεκάλεπτο. Χάσιμο στους δρόμους, κίνηση, κόρνες, αδύνατο να κοιμηθώ στο πίσω κάθισμα όπως το είχα υπολογίσει. Άφιξη στην Κηφισιά και διευθέτηση εκκρεμοτήτων. Βουτιά πάλι στο πίσω μέρος ενός ταξί με προορισμό το γραφείο και τσουπ, ένα άδειασμα στις φλέβες, μία ανατριχίλα, η εσωτερική θερμοκρασία ν’ ανεβαίνει. Οι γιατροί είπαν ότι οι δύο απανωτές λιποθυμίες ήταν αντίδραση στον πόνο. Νεύρωση στομάχου το νέο μου κουσούρι.

Μία βδομάδα μετά κι εγώ ψάχνω την καλή μου φίλη να της πω χρόνια πολλά. ‘Δεν τα έμαθες για τη Μαρία;’ Πάλι το ίδιο τρέμουλο, πάλι το ίδιο χάσιμο μα αιτία αυτή τη φορά τα νέα: Χτύπησαν τη Μαρία, Κατ, εντατική, αιμορραγία, 23 φιάλες αίμα, τάμα, θαύμα, η Μαρία ζει.

Η Μαρία ζει και παραδίδει μαθήματα δύναμης. Η Μαρία ζει και οι γιατροί δεν το πιστεύουν. Η Μαρία ζει κι ας μην έχει πια σπλήνα, ας έχει ένα νεφρό, ας έσπασε η λεκάνη και το χέρι της. Το χαμόγελό της είναι εκεί κι όταν την επισκέπτεσαι φεύγεις με ένα αίσθημα σαν να πήγες στο Ιασώ κι όχι εκεί μέσα, σαν να μην πήγες να δώσεις παρηγοριά μα να πάρεις. Η Μαρία ζει και ξαφνικά εκείνος που αγαπούσε τόσα χρόνια, εμφανίστηκε από το πουθενά με δάκρυα στα μάτια να της λέει πως την αγαπάει κι ότι κόντεψε να τρελαθεί όταν έμαθε πως παραλίγο να τη χάσει. Ανόητοι άνθρωποι. Περνάει η ζωή και χάνεται. Και περιμένεις μία τραγωδία για να σπάσεις το καλούπι σου, να φωνάξεις τη σκέψη σου και να τη ντύσεις με λόγια. Και συνήθως είναι πια αργά.

Η ζωή είναι ένα δώρο. Η ζωή είναι ωραία. Η ζωή έχει πλάκα. Τόσο κοινότυπα μα τόσο αληθινά. Μόνο αν κινδυνεύσεις να τη χάσεις, μόνο όταν καταλάβεις πόσο εύθραυστη είναι αρχίζεις να την εκτιμάς. Και στο λέω εγώ αυτό που πέρυσι πέρασα μία φάση που έκλεινα κινητά και σταθερά και καθόμουν ανάσκελα κοιτάζοντας το ταβάνι. Και ξέρεις κάτι; Το να πιάνεις μελωδία δεν βοηθάει , έχει κάτι παραγωγούς που σε ωθούν στην αυτοκτονία. Ζωή είναι να προσπαθείς, να παλεύεις, να αγωνιάς, να σε απορρίπτουν, να ρίχνεις τα μούτρα σου, να πέφτεις, να ξανασηκώνεσαι, να κλαις για να γελάσεις πάλι. Μα πώς θα τη χαρείς την επιτυχία σου αν δεν αποτύχεις πρώτα; Πώς θα κάνεις τον σταυρό σου που βρήκες έναν άνθρωπο αν δεν φας τα σκατά νωρίτερα; Κανείς δεν μένει μόνος και κανείς δεν χάνεται. Κι όλες οι περιπέτειες κάποτε τελειώνουν.

Αλλάζω θέμα και φτάνω στον επίλογο. Είναι αργά και είμαι με δυο ώρες ύπνο τρία βράδια τώρα. Με πλάνεψε η dolce vita, αυτό που λεν γλυκιά ζωή που λέει και ο Ζαγοραίος (νομίζω). Πήγα στη μαμά να φάω και είχε φάβα. Μου έμοιαζε με κρέμα Νουνού για μωρά και την έφαγα στην πείνα μου πάνω. Κονόμησα και τριάντα ευρώ γιατί βάλαμε στοίχημα αν ξέρω πώς φτιάχνεται. Ο Μαμαλάκης να’ναι καλά που μου’ δωσε τα φώτα του. Άρχισαν το κήρυγμα με τη θεία μου. Που δεν ξέρω να ράβω, να πάρω καμιά κάλτσα και να κάνω πρόβες με βελόνα και κλωστή, που δεν ξέρω να μαγειρεύω καλά και πρέπει να κοιτάω συνταγές, που δεν έχω πιάσει ποτέ σίδερο στη ζωή μου ενώ είμαι για παντρειά. Ειλικρινά, πώς νομίζεις ότι θα το πάρουν μόλις τους ανακοινώσω ότι του χρόνου θα συγκατοικήσω με την Ηλίουια; Εκεί που θα περιμένουν να τους πάω γαμπρό, εγώ θα τους πω, εχμ , ξέρετε, εγώ θα μείνω με την καλύτερή μου φίλη, λες και είμαι πάλι είκοσι χρονών.

Α και μια και το’ φερε η κουβέντα, εντάξει, μπορεί να μην ξέρω να σιδερώνω, να έμαθα πέρυσι τι είναι το msn και μέχρι τότε να το θεωρούσα κάτι σαν αρχικά γράμματα για το σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, αλλά όπου μπορώ τις γνώσεις μου τις προσφέρω και τις χαρίζω απλόχερα, όχι σαν κάτι άλλες, που τους ζητάς μια χάρη επειδή έχεις τόσα στο κεφαλάκι σου και δεν μπορείς να μικρύνεις μία γαμωφωτογραφία κι εκείνες σου απαντούν (κάνω paste φίλε αναγνώστη για να καταλάβεις με τι κωλοπαίδι θα μείνω μαζί του χρόνου):

«οχι φωτογραφια αλλα τα αρχιδια μου θα παρεις που με ξυπνησες και αντι να στο κλεισω στη μουρη σηκωθηκα σαν το φαντασμα για να στη φτιαξω και εσυ μου το κλεινεις και στα μουτρα γ’αυτον!!!!!!!!!!!!βαλαχα που θες και μπλογκ που δεν ξερεις που παν τα τεσσερα απο τεχνολογια παλιοπετουγια και θα μου πεις εμενα οτι δεν μπορω να στη φτιαξω,που μεχρι χτες νόμιζες οτι το πιξελ ήταν χαρακτηρας ποκεμον,που ακουγες φοτοσοπ και νομιζες οτι ανοιξε καινουριο μαγαζι με φωτογραφιες,που νομιζες οτι το παουερ ποιντ ειναι κατι σαν τους παουερ ρειντζερς».

Κι όλα αυτά για να μου στείλει τη φωτογραφία που βλέπεις πιο πάνω, από το τελευταίο μας ταξίδι το σαββατοκύριακο που πέρασε, που γλιτώσαμε τον χάρο τρεις φορές. Την πρώτη όταν εκείνη παρίστανε τον μπουζουξή κι εκείνος μας αγριοκοίταζε σε μία ταβέρνα κάπου στο Ελληνικόν, τη δεύτερη όταν εγώ μιμούμουν έναν ντόπιο στο ζεϊμπέκικο κι όλο το μαγαζί πιστεύω ότι έκανε συσκέψεις για το πώς θα μας δολοφονήσει κι έπειτα να το κάνει να φανεί σαν ατύχημα και την τρίτη αλλά όχι φαρμακερή ευτυχώς, λίγο έξω από την Τρίπολη, όταν μου έφυγε το golf σε μία απότομη στροφή, έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου, μπήκαμε στο αντίθετο ρεύμα και επιβιώσαμε από θαύμα.

Ζούμε λοιπόν, ζούμε και τα γέλια μας κάνουν ακόμη αντίλαλο στο spa της Στεμνίτσας, ζούμε και μία απλή βόλτα στο Σύνταγμα μπορεί να δώσει τροφή για εκατόν εξήντα δύο αφηγήσεις, ζούμε και βιώνουμε στο απόλυτο τις αποτυχίες μας, τις επιτυχίες μας, τους έρωτες και τα απωθημένα μας. Ένα ξέφρενο ζάπινγκ σε καλές και κακές στιγμές. Ένα αέναο ψάξιμο μέσα μας και γύρω μας μέχρι να φτάσουμε κάπου. Ωραίο είναι να μην ξέρεις τι σε περιμένει, για σκέψου το. Αυτά που δεν προβλέπεις είναι μαγικά. Επειδή έρχονται όταν είσαι ανυποψίαστος. Shuffle. Εκεί που ακούς το ‘Σώσε με , δως μου να πιω το δηλητήριο’ , Αγγελάκας και ‘ όπως ξυπνούν οι εραστές’. Έτσι είναι και η ζωή.

Βγάζω νόημα;

Ε, πότε έβγαζα βρε καλό μου για να βγάλω απόψε;;;

Ξημερώματα στον δρόμο…

princess2.jpg

Θα φύγω. Θα ψάξω άλλη γη, άλλη πατρίδα. Θα αλλάξω τ’ όνομά μου και το χρώμα των μαλλιών. Σαν να είμαι καταζητούμενη και τρέχω να γλιτώσω από το χθες και τους κατηγόρους.

Θα ξεχάσω πώς είναι να θυμάσαι. Θα αγαπήσω σαν να μου συμβαίνει πρώτη μου φορά. Θα πληγωθώ νομίζοντας πως θέλω να πεθάνω. Θα χάσω πάλι φίλους κι όνειρα και κάθε φορά το κοντέρ θα μηδενίζει.

Και ξανά, και ξανά…

Ε ψιτ! Άσε τα μεγάλα λόγια και τραγούδησε μαζί μου:

“Άλλα θέλω κι άλλα κάνω πώς να σου το πω
έλεγα περνούν τα χρόνια θα συμμορφωθώ
Μα είναι δώρο άδωρο ν’ αλλάξεις χαρακτήρα
τζάμπα κρατάς λογαριασμό τζάμπα σωστός με το στανιό

 

Υ.Γ1 Τη μισώ τη μυρωδιά του νοσοκομείου, μ’ ακούς;

Υ.Γ2 καλά που είχα ρίξει πετραδάκια πίσω μου και δεν έχασα τον δρόμο.

Υ.Γ3 σάμπως εγώ καταλαβαίνω τίποτα νομίζεις; Ναι στο υπόσχομαι. Τελευταίος μονόλογος.

 

 

Non può piovere per sempre

 

astradeni1.jpg

 

Χτυπούσαν ξυπνητήρια, τηλέφωνα και κουδούνια αλλά εκείνη έβρισκε τρόπους να εντάσσει τους ήχους στο όνειρο. Ήταν αδύνατο να ξυπνήσει.

Ξέσπασε δυνατή καταιγίδα και άκουγε τις στάλες να πέφτουν στα κεραμίδια. Ο σκύλος γάβγιζε μη μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει.

«Αγάπη μου, όταν βρέχει, είναι που κλαίει ο Θεός;».

Άνοιξε τα μάτια της.

Σχεδόν δεν μπορούσε ν’ ανασάνει.

Εκείνο το απόγευμα είχε ξεσπάσει σε λυγμούς ο ουρανός κι εκείνης το υποσυνείδητο την ταξίδευε στο χθες.

Πέντε λεπτά ακόμη. Πόσο γρήγορα κυλούσαν όταν ήταν μαζί. Μια ματιά διαρκούσαν. Ένα άγγιγμα. Κι ο χρόνος τέλειωνε. Έτσι συναντιόντουσαν πια. Τυχαία. Σκηνοθετημένη η δήθεν απρόβλεπτη συνάντηση πάντα. Ένα βλέμμα, μία τυπική κουβέντα και δύο κορμιά που λαχταρούσαν το ένα το άλλο όσο τίποτα.

-‘Θα είμαστε ποτέ μαζί;’

-‘Τα φοβάμαι τα ποτέ και τα πάντα’

-‘Τάξε μου’

-‘Μη γίνεσαι όμηρος ονείρων’

-‘Πες μου’

-‘Τις λέξεις τις παίρνει ο αέρας’

-‘Χάρισέ μου μια βόλτα στη βροχή’

-‘Σου χαρίζω το ουράνιο τόξο’.

Κι έτσι τα χρόνια περνούσαν. Εκείνη πιο μόνη από ποτέ κι εκείνος ξένος και άπιαστος. Κι η βροχή που ήταν δάκρυα έγινε αυτό που πραγματικά ήταν: νέφη από μόρια υδρατμών.-

Υ.Γ χαρισμένο στο αγγελικό γειτονάκι μου

 

FW:Μάθε πόσο ηλίθια είμαι!

Προσπαθούσα να κρεμάσω μία κουρτίνα με κοχύλια,  ξέρεις αυτές που κρεμάνε στις πόρτες συνήθως στα εξοχικά; ε…
 
πέραν του ότι γέμισα κόκκινο μανό όλους τους τοίχους, άνοιξα και τρύπες ολούθενες, αφού είμαι άχρηστη, χτύπησα και το δάχτυλό μου με το σφυρί, μετά βρήκα μία ωραία πόρτα και λέω εκεί θα το βάλω -και πάνω που το κρέμασα, (αστερίσκο εδώ να σου πω μετά *) και το καμάρωνα πάω ν’ ανοίξω την πόρτα να δω πώς φαίνεται και η πόρτα άνοιγε προς τα μέσα όχι προς τα έξω, δηλαδή μου ήρθε η κουρτίνα στο κεφάλι, χωρίς υπερβολή πάει και το μανικιούρ μου, ναι ναι,  είμαι άχρηστη θα πρέπει να παντρευτώ κάποιον που να ξέρει από ηλεκτρολογικά και μερεμέτια, αλλιώς το σπίτι μου θα είναι γιαπί εις τον αιώνα τον άπαντα, πάμε στον αστερίσκο τώρα, όσο κάρφωνα, καθότι και πολύ πυροβολημενο κορίτσι παρά τα τριάντα που πλησιάζω, έκανα παραλληλισμό του καρφώματος με τις ανθρώπινες σχέσεις και έλεγα - παίρνεις μία κουρτίνα που έκανε σαράντα ευρώ και την ερωτεύτηκες από τη βιτρίνα, μα τελικά είναι πλαστικούρα και δεν θα έκανε στη λαϊκή πάνω από πέντε ευρώπουλα, αλλά γουάτ δε χεκ που λεν κι αμερικάνοι, και την φέρνεις σπίτι σου και λες, που να τη βάλω να τη βλέπουν όλοι, μα όλοι, και βλέπεις ένα σημείο και πας να τη βάλεις και καρφώνεις τσακ τσακ τσακ, και πάνω που λες το καρφί μπήκε και είμαστε οκ, πέφτει κάτω ασβέστης και ο τοίχος μαδάει, άκυρο δηλαδή κι είσαι με την κουρτίνα στο χέρι που στην ουσία (στην παρομοίωση ντε), είσαι εσύ και ψάχνεις και γυρνάς και αφήνεις παντού μανό και τρύπες, την ψυχή σου δηλαδή και τα χαλάσματα και τελικά βρίσκεις ένα σημείο που δεν ήταν η πρώτη σου επιλογή και στέκεται, και όντως δεν βολεύει αλλά λες είναι δικό μου κατόρθωμα, η επιλογή μου η κουρτίνα και η τρύπα μου, φτου μου- κι ας μου πήρε ένα δάχτυλο, τρία κόκκινα νύχια, δύο βρώμικους από μανό τοίχους και κάμποσες τρύπες.

Και τώρα μπορείς αρχικά να πάρεις ανάσα, το παραλήρημα τελείωσε και να μου πεις πόσο ηλίθια είμαι, δεν κρατάω κακία. 

Υ.Γ τα σχόλια τα αφήνω κλειστά επειδή δεν θέλω να σε υποχρεώνω να σχολιάζεις την κάθε μπούρδα που ποστάρω - κι όχι επειδή “το παίζω ιστορία”. Υπάρχουν και τα mail όμως. Έννοια σου, στο επόμενο κείμενο θα τα έχω ανοιχτά, θα βγάλεις το άχτι σου βρίζοντάς με εκεί.  

Μου λείψατε βρε!  

:)

 

Ponstan + mesulid = …

rainyheart.jpg

 

Πήρα την εφημερίδα κι άρχισα να τη διαβάζω αντίστροφα, από το τέλος στην αρχή. Το ραδιόφωνο κλειστό και ένα φωτάκι μόνο αναμμένο. Ένα ψαλίδι κρατούσα στα χέρια μου για να κόβω τις καταχωρήσεις που μ’ ενδιέφεραν. «Βρείτε τη χαμένη σας ζωντάνια», υγρός σίδηρος για να ξαναβρώ τη μνήμη, την ισορροπία και δύναμή που η σιδηροπενία χρόνια μου στερούσε, η Μάρθα Φριτζήλα στο Μετρό, ο Γούντυ Άλεν στο Badminton. Κόβω και συλλέγω αποκόμματα. Συνεχίζω το ξεφύλλισμα και συναντώ τους Κατσιμίχα, λίγο πιο ‘κει ο Πιλαλί και ξάφνου οι Λεύκες και το Εν Αιθρία. Όλα μαζί σε τέσσερις σελίδες. Ένας χρόνος στοιβαγμένος σε τρεις σελίδες εφημερίδας που διανέμεται δωρεάν. Ένας χρόνος στριμωγμένος σε λίγα βράδια, δώδεκα μήνες συμπυκνωμένοι στις πιο έντονες στιγμές..

 

Αυτά κρατάει η μνήμη μας. Τον καθρέφτη που έσπασα κλωτσώντας όταν με ακολουθούσε με το αυτοκίνητο, τα κλάματα μας συντονισμένα με τις επιλογές ενός παραγωγού του Δίεση, την αγωνία να λειτουργήσει ο θερμοσίφωνας κι εκείνος ποτέ να μην ανάβει.

 

Πάει να σπάσει το κεφάλι μου. Είναι οι αναμνήσεις που μαλώνουν ποια θα είναι η πρωταγωνίστρια απόψε. Μαλώνει η λήθη με τη μνήμη όπως λέει η ποιήτρια. Ή όπως γράφει ο δικός μου ποιητής, οι ημικρανίες δεν είναι ο τρόπος να τιμωρώ τον εαυτό μου, όσο ο τρόπος να ξεφεύγω από την πλήξη και να ζω, υποσυνείδητα, έντονα.

Λες ε;

 

Η Μ. Κάραλη έλεγε για τον εαυτό της ότι είναι μια κατατονική γυναίκα με εξάρσεις ευτυχίας και ζωτικότητας. Εγώ δεν ξέρω αν είμαι το ίδιο ή το αντίστροφο, έχω μέσα μου φυτεμένη τη χαρά και τη θλίψη και πότε η μια ανθίζει πότε η άλλη. Είμαι άνθρωπος υψηλών εντάσεων λες και στη μπονάτσα ανακατεύομαι. Θέλω μποφόρ για να ισορροπήσω.

 

Έτσι θα’ ναι αφού το λες. Ξέρεις τι είμαι κατά βάθος; Ένα πρόσωπο χωρίς αντικατοπτρισμό. Με αυλακιές από τα γέλια και τα δάκρυα μα δίχως είδωλο. Αν σ’ εμένα βλέπεις την πάλη της νύμφης με την πεταλούδα, είναι γιατί στα μάτια σου αυτή η βία λαμβάνει χώρα. Κι εγώ ένα βλέμμα ψάχνω να τρυπώσω. Κι αυτή τη φορά να μείνω, μη φοβηθώ.

 

Τι φοβάμαι μη ρωτήσεις. Αφού τα ξέρεις και εσύ. Τη φθορά, τον χρόνο, το φιλί που δεν ξέρεις αν θα είναι το τελευταίο. Τις μυρωδιές που και χρόνια μετά σε ταξιδεύουν. Τη στιγμή που ο έρωτας γίνεται αγάπη, η αγάπη συνήθεια και η συνήθεια αφορμή για νέα ταξίδια.

 

«Εκείνο που του ζητούσα με την εξαφάνισή μου ήταν εγκατάσταση. Κυριαρχείς πάνω στον άλλον, καταργώντας τον με μια φυγή» έγραφε η Μαλβίνα. Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι που έτσι τον λογίζουν τον έρωτα. Αγώνα, μάχη, πόλεμο. Και τι είναι στ’ αλήθεια αυτό το μαγικό συναίσθημα; Γιατί πρέπει να είναι επικίνδυνος και εγκληματικός για να σε συναρπάζει; Γιατί πρέπει να θυμίζει προδοσία και αρρώστια για να σε κυβερνά; Γιατί καταλαβαίνεις μόνο στην απώλεια αυτό που χρόνια είχες; Μόνο ο δύσκολος κι ο επικίνδυνος μπορεί να λέγεται έρωτας; «Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ» .

 

Δεν έχει νόημα αυτό το κείμενο. Είναι λόγια που μου υπαγορεύει το σφυροκόπημα στα μηνίγγια από τον πονοκέφαλο που με βασανίζει ώρες. Δεν θα υπάρξει επίλογος. Ένα υστερόγραφο μόνο. Όπως πάντα.

Υ.Γ Να μη γλείφω εκεί που φτύνω.

 

Παλιές αγάπες και τραγούδια μεθυσμένα…

tania.jpg

 

Κοντά στα κύματα θα χτίσω το παλάτι μου
θα βάλω πόρτες μ’ αλυσίδες και παγώνια
και μέσ’ στη θάλασσα θα ρίξω το κρεβάτι μου
γιατί κι οι έρωτες μου φάγανε τα χρόνια

Ξυπνάω μεσάνυχτα και ανοίγω το παράθυρο
και αυτό που κάνω ποιος σου το ‘πε αδυναμία
που λογαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο
και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία

Να κοιμηθώ στο πάτωμα να κλείσω και,
να κλείσω και τα μάτια
γιατί υπάρχουν κι άτομα
που γίνονται κομμάτια…

-κλικ-

 

Υ.Γ Την ώρα που έγραφα αυτές τις σειρές, άρχισε να παίζει το τραγούδι στο ραδιόφωνο. Οκ, είναι οιωνός, τη Δευτέρα εκεί.-

Καθίκι Δομοκού

 

untitled-22.jpg

Εγώ και το μανίκι του μακαρίτη. Κυκλάδες, Τω καιρώ εκείνω.

(ΠΡΟΣΟΧΗ: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΚΑΤΑΛΗΠΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)

 

Γιατί να είναι τόσο μελαγχολικές οι Κυριακές και τόσο βιαστικά τα Σάββατα; ‘Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουν’ λέει το τραγούδι και με βρίσκει σύμφωνη. Πάντα άφηνα τις ασκήσεις μου για το βράδυ, μετά το δελτίο των ειδήσεων και συνήθως τις συνδύαζα με τις ταινίες της Βουγιουκλάκη που ξεκινούσαν στις εννιά. Προκομμένο κορίτσι.

Τέτοια εποχή ήταν που η μαμά μάς έκρυβε τα πατίνια, κατέβαζε κάτι μάλλινα που φορώντας τα σ’ έπιανε φαγούρα και παίζαμε το τελευταίο κρυφτό της σαιζόν τρώγοντας στα μουλωχτά τον πύραυλο Shock της Έβγα.

Και να που τώρα μεγαλώσαμε. Κι οι Κυριακές δεν μας αγχώνουν για το διάβασμα που αφήσαμε στη μέση και το κουδούνι που θα χτυπήσει στις οκτώ, αλλά για τον χρόνο που γλιστράει μέσα απ’ τα χέρια μας και τη δουλειά που ποτέ δεν σταματάει.

(Τέλος προλόγου. Έναρξη φλας μπακ τρέχοντος σκ και μνημόσυνου μακαρίτη.

Συνίσταται συνοδεία ακούσματος άρπας στη συνέχιση της ανάγνωσης)

Περνάει γρήγορα ο καιρός. Δεν καταλαβαίνω πώς φεύγουν οι βδομάδες. Πριν το πάρω χαμπάρι είναι Τετάρτη και ξαφνικά λέμε καλό σαββατοκύριακο κλειδώνοντας το γραφείο. Όπου να’ναι θα στολίζουν τους δρόμους με χριστουγεννιάτικα, μετά από λίγο θα ψάχνω αποκριάτικη στολή και πριν το καταλάβω θα τσουγκρίζω βαμμένα κόκκινα αυγά. Ε, σιχτίρ που λεν κι οι Τούρκοι. Αυτός ο χειμώνας θέλω να είναι αργός. Βασανιστικά αργός. Είναι ο τελευταίος που η ηλικία μου θα ξεκινάει με τον αριθμό 2. Από του χρόνου θα είμαι μία τριαντάρα.

(Διάλειμμα για κατάποση τριών σφηνακίων ρακής, η άνωθεν συνειδητοποίηση μου έπεσε βαριά.

Νιώθω το αριστερό μου χέρι να μουδιάζει.

Πάω λίγο στη μαμά μου να με παρηγορήσει και επιστρέφω)

Αυτό το σαββατοκύριακο τα είχε όλα. Κουτσομπολιό μετά φαγητού στο Soul και γέλιο μέχρι δακρύων στο Χόξτον Παρασκευή βράδυ με είκοσι άγνωστα μεταξύ τους άτομα να γίνονται μια παρέα. Μάθημα τούρκικων και ισπανικών το Σάββατο, ανεπιτυχής προσπάθεια μιας πωλήτριας να μου πουλήσει κόκκινο παλτό με χρυσά κουμπιά (τζίζους!), μπωτέ στη βεράντα της μαμάς σε νύχια, μαλλιά και ατίθασα φρύδια, αλλά και κοριτσίστικο πιτζάμα πάρτι κάπου στο Παγκράτι.

Και κάπου εκεί που νομίζεις πως η ζωή σου είναι τακτοποιημένη και έχεις μια γλυκιά μόνο προσδοκία για τα επόμενα, σκάει ένα άλμπουμ φωτογραφιών από τη φίλη σου Μαρία που έχεις χρόνια να τη δεις. Κι ενώ κυλιέστε απ’τα γέλια στις μοκέτες κοιτάζοντας πόζες σας τραβηγμένες κάπου στη Κοπεγχάγη, βλεπεις κι ακόμη μία που είχες καιρό να δεις, πόσο μάλλον να σκεφτείς ότι υπάρχει. Εσένα μ’ εκείνον.

Κι είναι ο αγκώνας του, όχι κάτι άλλο, ένας αγκώνας κι ούτε καν γυμνός. Και σου θυμίζει τον αγώνα σου, έναν αγώνα να τον ξεχάσεις που δεν στάθηκε ικανός. Ώπα, έφτιαξα δίστιχο το δύστυχο. Κι όχι, όχι, δεν θυμάσαι εκείνον, θυμάσαι τον έρωτα για εκείνον. Το χτυποκάρδι, τ’ ότι σε ρωτούσαν τι ώρα είναι κι έλεγες το όνομά του, που αναστέναζες κάθε 3.12 δευτερόλεπτα, ξεχνούσες να φας κι έγραφες ποιήματα συνθέτοντας μελωδίες, ζωγραφίζοντας καρδούλες με τα δύο σας αρχικά. Άλφα άλφα. Ανώνυμη αλκοολική θα γίνω, αν σε κάθε παράγραφο χρειάζομαι και από μια ρακή για να συνεχίσω να γράφω και αυτός ο κέρσορας που αναβοσβήνει περιμένοντάς με να πληκτρολογήσω εκνευριστικός καταντάει.

Σάββατο απόβραδο και αγκώνας να με κρύβει

κάπου στο Παγκράτι μια φωτό

κι έτσι αναπάντεχα στο χρόνο ένα ταξίδι

που’ταν αρχηγός η Αργυρώ…

(Ε ρε, που να πιάσουν και τα κρύα).

Δεν ξέρω τι κάνουν οι φυσιολογικές κοπέλες στα πιτζάμα νάιτ ιβέντς, πάντως εγώ άρχισα τις φάρσες σε πρώην. Ξέρω, πολύ ώριμο και απίστευτα συνάδον με τα 29 μου χρόνια. Ήμασταν τρία κορίτσια. Η κάθε μία διάλεξε κι έναν, παράγοντα όμως, όχι όποιον να’ναι. Κάποιον που να την έχει στιγματίσει. Εγώ επέλεξα φυσικά τον μοναδικό έρωτα της ζωής μου. Τον εκ Δομοκού ερχόμενο, εκείνον που παραλίγο να δεχτώ να του γεννήσω τα παιδιά (αλλά μετά ευτυχώς ο καλός θεούλης φρόντισε και γνώρισα τη μάνα του, ουάου, ιδέα για μελλοντικό ποστ, “η κακή ‘παραλίγο’ πεθερά”). Απίστευτες ‘στιχομυθίες’ μέσω μηνυμάτων με μοναδικό συμπέρασμα ότι και των τριών οι πρώην ψάχνονται αγρίως.

Κυριακή λοιπόν, μετά από μαραθώνιο ύπνου, ιδιαίτερα γερμανικών σε χαριτωμένα παιδάκια και διαγωνισμό με τον αδερφό μου ποιος θα φάει τον περισσότερο μουσακά, παίρνω το κλειδί από τη θεία μου ν’ ανοίξω το μαγικό μπαούλο της γιαγιάς Αργυρώς και να διαλέξω κειμήλια σε κοσμήματα και γούνες.

Βρίσκομαι μπροστά από το σερβάν με τον καθρέφτη να φοράω μία ετόλ από βιζόν (μέχρι και πριν από δύο ώρες άγνωστες λέξεις) κοιτάζοντας τη γιαγιά σε μία κορνίζα του ΄72 να τη φοράει, νιώθοντας νοσταλγία για τη μοναδική αυτή γυναίκα που δεν γνώρισα και σκεπτόμενη χίλια δυο πράγματα. Οκ θα στα πω αφού επιμένεις: Αφενός τη φρίκη της δολοφονίας του βιζόν για την παρασκευή της γούνας, αφ’ετέρου το ότι δεν ήξερα ότι υπάρχει ζώο βιζόν και πάντα στα ‘ζώα - φυτά -πράγματα’ στο βήτα, έβαζα βουβάλι ή βόας και έπαιρνα πέντε στη βαθμολογία ρε γαμώτο. Αλλά σοβαρά τώρα, αυτό που πραματικά συλλογιζόμουν βλέποντας εμένα κι εκείνη, το 1972 και το 2007 αντίστοιχα ήταν -όπως και στον πρόλογο αλλά με διαφορετική αφορμή τώρα, τον χρόνο που περνάει σαν πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλά μας χωρίς να προλαβαίνουμε να πιούμε ούτε μια στάλα (από ποίημα του Σεφέρη η παρομοίωση).

Φορώντας ένα χρυσό δαχτυλίδι με ρουμπίνι στο αριστερό μου χέρι κι ενώ μισούσα το χρυσό, κατέβηκα στη θεία μου δείχνοντάς της τα κομμάτια που επιλέγω, με την ελπίδα ότι θα μου φέρουν λίγη από την αύρα και την τύχη της γιαγιάς από το Καστελλόριζο, της μοναδικής αρχόντισσας Αργυρώς. Ψάχνοντας λοιπόν και στα εναπομείναντα δικά μου κοσμήματα στο πατρικό μου σπίτι, βρήκα τη βέρα του μακαρίτη. Τ’ όνομά του χαραγμένο και μία ημερομηνία. Κι η θύμησή του μέταλλου το δάχτυλο να μου πυρακτώνει. Και ξαφνικά η ατάκα της θείας Μαίρης ‘ανηψιά, αν δεν την θες για ενθύμιο, δωσ’τη μου να την κάνω δόντι!’

Κουράγιο αναγνώστη, το παραληρηματικό κείμενο παύλα μνημόσυνο στον μακαρίτη παύλα κι όχι μόνο, τελειώνει. Καταλήγω στο εξής: Έξω φυσάει και ακούω το θρόισμα των φύλλων. Με ηρεμεί και με γαληνεύει ο αέρας, δεν τον φοβάμαι. Μου θυμίζει την Κρήτη και τα δύο χρόνια που έζησα εκεί. Τα κύματα και την δυσκολία τον πρώτο καιρό να κοιμηθώ από τον θόρυβό τους. Κάνει κρύο απόψε αλλά δεν θα κλείσω το τζάμι. Θα’χω κλειστό μόνο το πατζούρι για να κρυώνω και να χουχουλιάζω στα σκεπάσματα. Ανοίγω το ραδιόφωνο κι ό,τι τραγούδι παίζει το αφιερώνω σ’ εκείνον που η ιδιότητα και η καταγωγή του μ’ ενέπνευσαν στον τίτλο, εκείνον που όσο κι αν γκρινιάζω, δεν θα ξεχάσω ποτέ. Εκείνον που φοβήθηκα να ‘ζήσω’.

Χαρισμένο:

Ξεφυλλίζοντας απόψε τα όνειρά μου
να περάσει όπως-όπως η βραδιά μου
στη δική σου τη σελίδα εσταμάτησα
και θυμήθηκα για σένανε πως δάκρυσα.

Μα δεν θυμήθηκα το χρώμα των ματιών σου
ούτε τον ήχο της φωνής σου δεν θυμήθηκα.
Και προσπαθώντας κάτι για να θυμηθώ
αποκοιμήθηκα.

Αν σ’ αγάπησα απόψε δεν θυμάμαι
και αλήθεια σου το λέω, δεν λυπάμαι.
Κάποιο δάκρυ μου αν κύλησε για σένανε
πες πως ήταν κάποιο δάκρυ για κανένανε.

-δι εντ-

the_end.jpg

Σοκερντέ (σοκερέσα)

 

moi.jpg

Σου έχω μιλήσει ποτέ για τη διαστροφή του Σαββάτου; Για το σύνδρομο ‘Ερμού’;

Ε άκου. Βάζω ξυπνητήρι στις επτά. Έτσι, όταν χτυπάει, έχω την ψευδαίσθηση ότι πρέπει να ξυπνήσω και να πάω στο γραφείο. Όταν ακούω το σπαστικό πλέον λόγω καθημερινής αφύπνισης ‘In the morning’ (των Coral νομίζω), λέω τις τέσσερις στάνταρ λέξεις του πρωινού μου ρεπερτορίου τέσσερα χρόνια τώρα ‘όχι ρε πούστη μου’.

  Σε δευτερόλεπτα  κι ενώ γίνεται η μετάβαση από το όνειρο στην πραγματικότητα , συνειδητοποιώ ότι είναι Σάββατο και ότι δεν έχω τίποτα απολύτως να κάνω με αποτέλεσμα να κουκουλώνομαι ευτυχισμένη στο κόκκινο πάπλωμα. Η δεύτερη διαστροφή είναι ότι φροντίζω, ανεξαρτήτως καιρού, η θερμοκρασία να είναι τέτοια στο δωμάτιό μου ώστε να απαιτείται σκέπασμα χοντρό. Κακά τα ψέματα, αν δεν κρυώνεις κι αν δεν έχεις κάτι να κάνεις ώστε να παρακαλείς να ακυρωθεί, τον πρωινό σου ύπνο δεν τον χορταίνεις.

Σήμερα η μέρα μου ξεκίνησε στις δύο το μεσημέρι. Το πρώτο χασμουρητό και το άνοιγμα των παραθύρων. Πλακώθηκα στα τηλέφωνα και τις μπουγάτσες και κατέληξα (σε επτά λεπτά τώρα με το μετρό) στον πιο πολυσύχναστο δρόμο της πόλης. Φρου φρου κι αρώματα, φούστες και καμπαρτίνες. Πήρα και ρολόι. Δέκα χρόνια έχω να βάλω ρολόι στο χέρι μου. Λες και ξαφνικά μ’ ενδιαφέρει το μέτρημα του χρόνου.

Νομίζω ότι όλη τη βδομάδα γι’ αυτό το Σάββατο τη ζω. Για τους φίλους που θα δω, για το οικογενειακό τραπέζι και τη μάχη με το τηλεκοντρόλ, για τις καυτερές πιπεριές της μάνας μου, τα ‘πότε θα μας φέρεις κανέναν γαμπρό’ της θείας μου της Μαίρης, για τα ανέκδοτα του πατέρα μου και τα ‘έχω παχύνει;’   του Θεόφιλου. Τη μέρα εκείνη, ακόμη κι όταν ξυπνάω μεσημέρι, το εικοσιτετράωρο κρατάει πιο πολύ. Προλαβαίνω να κάνω φασίνα, τσατ, να κάνω το γαλλικό στο νυχάκι μου , να σάξω το μαλλί μ’ και να κάνω ντόλτσε βίτα, αυτό που λεν γλυκιά ζωή.

Που λες, γράφτηκα τούρκικα. Μου άρεσε ο τρόπος που προφέρεται το ‘ευχαριστώ πολύ’ -τεσεκιούρ εντερίμ-, το ρω το λες και γεμίζει το στόμα σου. Ξεκίνησα θεατρικό παιχνίδι, αυτοσχεδιασμό και power plate, άσχετο. Ανακάλυψα και το καφέ Αβησσυνία. Λίγο αργά, αλλά δεν βαριέσαι. Κι έτσι τα Σάββατα θα γίνουν ακόμη πιο μεγάλα.

Α! άλλαξα δουλειά. Βρήκα μια άλλη, με πιο ανθρώπινα ωράρια. Οι φίλοι μου βάζουν στοιχήματα στους πόσους μήνες θα παραιτηθώ. Δεν είναι άδικο που μου έχει βγει το όνομα; Ντόμπρα τώρα. Οι συνάδελφοί μου μιλάνε greeklish. Συνέχεια. Επίσης παριστάνουν την Αμαλία από το παρά πέντε. Καλές φαίνονται. Πρέπει να ντύνομαι σαν μανδάμ. Το πρώτο πρωινό που με είδα σε έναν καθρέφτη ενώ πήγαινα στο μετρό, δεν με αναγνώρισα με το ταγέρ και το μαλλί σαν της Καρολάιν από την Τόλμη και Γοητεία.  Κατά τ’ άλλα καλά.

 Φορτωμένη με τσάντες και με μισό μισθό λιγότερο στην τσέπη κατέληξα σ’ έναν πάγκο με βιβλία σήμερα. ‘Το ταξίδι που λέγαμε…΄ της Παπαδάκη. Άρχισα να το ξεφυλλίζω στην ουρά ενός ταμείου. Αργυρένια τη λένε την ηρωίδα.

 ‘Σε όλες τις φάσεις της ζωής μας΄, της έλεγε η αδερφή της, ‘έχουμε ανάγκη από έναν υποστηριχτή. Το θέμα είναι να εξετάζουμε  με προσοχή τα στοιχεία αυτού του υποστηριχτή. Να τον ερευνούμε εξονυχιστικά πριν του ανοίξουμε την πόρτα της ζωής μας’ (…) ‘Ε αυτό ακριβώς ήταν που δεν έκανε ποτέ η Αργυρένια. Ούτε καν τα τυπικά δεν φρόντιζε να μάθει. Πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις, τον είχε κάνει κολλητό. Και μόνο κολλητό; Αρχηγό! Οδηγητή! Όπου διέκρινε φάκα, έτρεχε μέσα να χωθεί. Να μπει μέσα, να κρυφτεί, να αιχμαλωτιστεί…

 Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το’ κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για να κρυφτούν.

 

Ήμαρτον Κύριε. Για μένα λέει;;;

 

(οποία ματαιότις…)

 

 *δεν έβρισκα άλλο τίτλο, άκουγα και ντέρτι εφεμ, πολύ θέλει ο άνθρωπος νομίζεις;

Ο έρωτας στα χρόνια του marketing

aouts.jpg

“Σήμερα που σας είδα κατάλαβα πως αυτό που έχουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση”. Έτσι μήνυσε στον Φλορεντίνο Αρίσα η Φερμίνα Δάσα στο σύντομο γράμμα που του έστειλε με την υπηρέτριά της, κι εκείνος -απελπισμένος και τρελός από έρωτα, της χάρισε μια ζωή περιμένοντάς τη, κάνοντας υπομονή πενηνταένα χρόνια, εννιά μήνες και τέσσερις μέρες μέχρι να της επαναλάβει τον όρκο της αιώνιας πίστης και παντοτινής αγάπης του.

Ήταν καλοκαίρι του 2005 όταν διάβαζα το καταπληκτικό αυτό βιβλίο του Μάρκες κι ακόμη μέσα στις σελίδες του υπάρχουν κόκκοι άμμου από τις παραλίες της Χαλκιδικής. Έχουν περάσει δύο χρόνια, ένας μήνας και δύο μέρες από τον τελευταίο όρκο παντοτινού έρωτα που έδωσα και τελικά έσπασα έναν χρόνο αργότερα.

Έχω πολλές απορίες και νομίζω πως άδικα με φωνάζουν οι φίλες Dr Ruth και Loooove Master. Αγάπη υπάρχει; Έρωτας; Μήπως τελικά ερωτευόμαστε τον αντικατοπτρισμό μας στα μάτια του άλλου; Μήπως σε κάποιες άλλες περιπτώσεις η απόρριψη λειτουργεί σαν το καλύτερο αφροδισιακό που έχει παρασκευαστεί ποτέ από καταβολής κόσμου; Μήπως άλλοτε πάλι η ανάγκη μας για συντροφικότητα ή η ανασφάλεια και η συνήθεια μας κάνουν να πιστεύουμε πως αυτό που νιώθουμε είναι έρωτας;

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο. Στον χρόνο, όχι στον χώρο. Προσδεθείτε. Καποδίστριας. Ανακαλύπτει τη θρεπτική αξία της πατάτας. Τη φέρνει στο Ναύπλιο. Την προσφέρει στους Έλληνες. Αυτοί δεν την δοκιμάζουν καν. Ώρα για στρατηγική: Εκείνος βάζει φύλακες να την φρουρούν νυχθημερόν, απαγορεύοντας σε όλους να την πλησιάσουν. Ο κλέψας του κλέψαντος! Η πατάτα γίνεται must προϊόν σε κάθε σπιτικό και από τότε την τρώμε τηγανιτή, πουρέ, βραστή, ψητή και ογκρατέν.

Όλα είναι θέμα marketing λοιπόν. Έχει να κάνει με το πώς προωθείς τον εαυτό σου. Είσαι ελεύθερος επαγγελματίας και πηγαίνεις σε συνεντεύξεις. ‘Με πόσα χρήματα θα ήσασταν ικανοποιημένος;’ ρωτάει ο εργοδότης. Πούλα ακριβά τον εαυτό σου. Σε όλα. Όσο πιο πολλά πεις, τόσο περισσότερο θ’ ανέβεις στην εκτίμησή του.

Κι ερχόμαστε στα του έρωτος και στην εισαγωγή μιας νέας έννοιας στο καθημερινό μας λεξιλόγιο: τσιτσιρίζω. Γνωρίζεις έναν νεαρό. Όμορφο, έξυπνο, καλο. Πληροί τις προϋποθέσεις για σχέση. ‘Αυτός είναι για αγάπες’ που λέει και το γουρουνάκι, οπότε τον βγάζεις από τη λίστα του ’sex only’. Βγαίνεις ένα ραντεβού μαζί του και είναι πολύ καλός για να’ναι αληθινός. Μέχρι που γελάς με τ’ αστεία του.

Το επόμενο πρωί ξυπνάς και βρίσκεις στο κινητό μήνυμά του. Σου γράφει πόσο όμορφα πέρασε και πόσο θα ήθελε να το επαναλάβετε. Χαίρεσαι αλλά σου φαίνεται ότι το παιχνίδι έτσι όπως εξελίσσεται είναι για αρχάριους ενώ εσύ θέλεις κάτι από ανεβασμένη πίστα.

Σύμφωνα λοιπόν με τους άγραφους κανόνες, δεν πρέπει να δείχνεις τι νιώθεις. Θα πρέπει να έχεις τον άλλον στο σκοτάδι για να του κεντρίσεις το ενδιαφέρον. Δεν κάνεις πλάνα για μετά από δέκα μέρες γιατί μπορεί να φρικάρει. Αν γίνει αναφορά σε πρώην καταστάσεις, αυτομάτως κλίνεται κι από τους δύο το χειρότερο ρήμα: ξενερώνω. Δεν κάνεις δώρα, δεν βιάζεσαι να κάνεις συστάσεις με τους κολλητούς σου. Περιμένεις και τον ‘παίζεις’ τον άλλον, χρησιμοποιώντας στρατηγικές που θυμίζουν τουλάχιστον λύκειο. Γιατί; Έλα ντε!

Ένας πρόχειρος οδηγός επιβίωσης σε ραντεβού: 1. στήσε τον/την τουλάχιστον δύο φορές μέσα στις πρώτες δύο βδομάδες 2. όταν σε παίρνει τηλέφωνο μην απαντάς ποτέ με την πρώτη 3. στα μηνύματα να απαντάς με διαφορά φάσης τουλάχιστον τριών ωρών 4. μη χρησιμοποιείς κτητικές αντωνυμίες 5. ε, όλα εγώ θα στα λέω;

Να σου περιγράψω ένα δικό μου ραντεβού όπως το είχα οραματιστεί πριν λίγο καιρό; Από τις φάσεις που νομίζεις ότι πρωταγωνιστείς σε ρομαντική κομεντί. Γελάς με τα αστεία του και φροντίζεις να μην ανοίξεις τέρμα το στόμα σου και φανούν τα σφραγίσματα. Πίνεις κοκτέηλ και λες ιστορίες από την εφηβεία σου (μόνο όσες σε συμφέρουν). Σε ρωτάει ‘τι θα ήθελες τώρα;’, του λες ‘θάλασσα΄ και σε λίγα λεπτά είστε αγκαλιασμένοι πλάι στο κύμα.

Θα τον έχει πιάσει κατούρημα από τα πολλά κοκτέηλ αλλά δεν θα το δείξει. Θα σου πει ‘ένα λεπτό να πλύνω τα χέρια μου’ κι εσύ θα συγκινηθείς, θεωρώντας ότι είναι πλασμένος για εσένα αν κι αυτός έχει μικροβιοφοβία όπως κι εσύ. Θα πεις αυθόρμητα ‘έρχομαι κι εγώ να τα πλύνω’ για να καταλήξετε τελικά μαζί στις τουαλέτες, οι οποίες θα είναι και κοινές.

Θα αναγκαστεί να αποκαλύψει ότι θέλει τσισάκια και σχεδόν κοκκινισμένος θα σου πει ‘με συγχωρείς’. Εσύ θα νιώσεις αμηχανία και θα τον ακούσεις να τα κάνει με δόσεις σαν να έχει προστάτη, μόνο και μόνο για να μη σε φέρει σε δύσκολη θέση με το συνεχές τςςςςς. Στις δύο μέρες θα σου έχει βγάλει χαϊδευτικό, θα σε έχει ταϊσει στο στόμα και θα έχετε ήδη χορέψει ένα τραγούδι.

Και τότε, θα αρχίσει ένας από τους δύο τις ‘ποζεριές’, τα ψαλιδάκια, τα τσιτσιρίσματα και ή το παιχνίδι θα τερματίσει, ή θα πολλαπλασιαστούν τα κανονάκια κι οι ζωές των δύο παικτών, με αποτέλεσμα ο ενθουσιασμός τις περισσότερες φορές να γίνεται φτηνοκαψούρα και κόλλημα. Μια καλή εναλλακτική τέλος πάντων ή διέξοδος στο μυαλό κάποιου με βαρετή καθημερινότητα κι ενώ βομβαρδίζεται με άσχημες ειδήσεις ή είναι εγκλωβισμένος σε ένα κακόγουστο παρελθόν. Και καταλήγεις πολλές φορές να νομίζεις ότι ερωτεύτηκες ενώ στην ουσία παίζεις κυνηγητό.

Τι γίνεται όμως όταν όλα αυτά σου φαίνονται αστεία; Όταν για σένα αγάπη είναι να γκρεμίζεις τις άμυνες, να εγκαταλείπεις τη δύναμη, να τσαλακώνεις τον εγωισμό. Όταν έρωτας είναι να θες να το φωνάξεις, να το δείξεις, να μη σε νοιάζει να εκτεθείς; Όταν έχεις μάθει να λες αυτό που σκέφτεσαι, να δείχνεις αυτό που νιώθεις, είτε πρόκειται για φιλία, είτε για σχέση; Τελικά οι νόμοι της αγοράς διέπουν όλες τις σχέσεις;

Τσακώθηκα το καλοκαίρι με την καλύτερη μου φίλη. Ήξερα ότι είναι πολύ εγωίστρια για να μου τηλεφωνήσει και της τηλεφώνησα πρώτη. Λάθος; Μπορεί. Εγώ δεν θ’ άντεχα χωρίς τη φιλία της.

Σκέψου να προσπαθείς να προσεγγίσεις χωρίς εγωισμό ανθρώπους κι αυτοί να αμφισβητούν τα κίνητρά σου. Δεν γελάς; Αλλά τελικά, εδώ που τα λέμε, αυτό που τελικά είναι αστείο, είναι να μη μπορείς να ξεφύγεις από το παρελθόν σου. Γαμώ τον συναισθηματισμό των Καρκίνων, γαμώ.

 

 

Υ.Γ1 έχω πιει τρεις ρακές, δείξε κατανόηση.

Υ.Γ2 σόρυ για τα σχόλια. Στείλε μου μέηλ αν θες. Περνάω φάση.

 

 

 

 

 

 

 

‘Τα κοπελίστικά μας’

mek.jpg

Σου γράφω πάλι από ανάγκη. Δεν είναι πέντε το πρωί. Όμως , πράγματι, το μόνο πράγμα που’ χει μείνει όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ. Πέρασε κιόλας ένας χρόνος απ’ όταν σε ανακάλυψα. Μέχρι ν’ αρχίσω να σου γράφω, πόσες φορές σε επινόησα σαν άγνωστο παραλήπτη των παραληρημάτων μου, αποτυπωμένα σε θρανία, post-it, εφηβικά ημερολόγια, γραμμένα στο μυστικό αλφάβητο που εφηύρα στα δεκαέξι μου. Και πάντα τα’ σβηνα, πάντα τα’ σκιζα…

Ήθελα μωρέ κάθε μέρα να σου γράφω, όπως πέρυσι. Για όλα όσα μου συμβαίνουν. Ιστορίες χαρούμενες μα και λυπητερές. Να σου πω για την περασμένη Τετάρτη που μπήκα στο νοσοκομείο. Για τη θεία μου που μέσα στον πανικό της μ’ έκανε να ξεκαρδιστώ. Έπρεπε να κάνω εξέταση ούρων και μπήκαμε στο ασανσέρ. Θύρα έλεγε ένα πλήκτρο και το θήτα είχε σβηστεί. Ούρα διάβασε εκείνη και είπε ‘ α , να εδώ πάμε΄.

Να μοιραστώ μαζί σου το πώς γκρεμίζονται οι εγωισμοί μ’ ένα τηλεφώνημα μετά από έναν εφιάλτη και φιλίες που νόμιζες πώς χάθηκαν με μια συγνώμη και μια σφιχτή αγκαλιά γίνονται πιο δυνατές. Να σου πω για ένα απόγευμα στο καφέ Αβυσσηνία στο Μοναστηράκι που μαθαίναμε δύο Αυστραλέζες να πίνουν ούζο και να λένε ΄ώπα’.

Ήθελα που λες, καιρό τώρα, να σου γράψω για μία κοπέλα, την Άννα. Ήθελε να κάνει τατουάζ τα αρχικά Μ.Ε.Κ στον δεξιό καρπό της. Μην Εμπιστεύεσαι Κανέναν. Έτσι μου έλεγε και με κοιτούσε καρφωτά στα μάτια λες και το’ δινε ευχή και κατάρα. Παράδοξο, το έλεγε σ’ εμένα που έχω έξι επιστήθιους φίλους κι ωστόσο γράφω και σ’ έναν άγνωστο μια φορά τον μήνα, τις περισσότερες φορές, μονολογώντας δίχως να του επιτρέπω να μου απαντήσει, καλή ώρα.

Έτσι μου έλεγε στα κοπελίστικά μας, μικρά που ήμασταν δηλαδή κι αναρωτιόμουν , τι έχει περάσει αυτό το κορίτσι και σκέφτεται έτσι, εγώ θέλω την χαρά μου να τη φωνάζω να τη μαθαίνουν όλοι, στη λύπη μου να λερώνω τα μπλουζάκια των φίλων μου από τη μάσκαρα έτσι όπως κλαίω γοερά στον ώμο τους. Τελευταία φορά που την είδα μου είπε ‘σε κλείνω στις προσευχές μου Αργυρένια’ κι ήταν τόσο όμορφη σαν σκέψη και σαν έκφραση αυτή της η κουβέντα που για πάντα μέσα μου χαράχτηκε, τόσο που καμιά φορά σκέφτομαι πώς δεν την γνώρισα στ’ αλήθεια αλλά είναι ηρωίδα σε κάποιο από τα βιβλία που’ χω διαβάσει και μέσα από τα λίγα λόγια της μ’ έμαθε τα πιο βασικά: λίγοι θέλουν το καλό σου , μα αν ποτέ στ’ αλήθεια αγαπήσεις, προσεύχεσαι για τον άλλον πάντα καλά να’ναι, ακόμη και αν σας χωρίζουν χίλιες θάλασσες, ακόμη κι αν στη ζωή σου είναι πια ένας κομπάρσος.

Το’ ξερες εσύ ότι μια ζωή μπορεί ν’ αλλάξει σε μια στιγμή μονάχα; Εγώ τώρα το μαθαίνω. Το’ ξερες εσύ ότι η προδοσία όταν ‘συμβαίνει’ , νιώθεις τρέμουλο στα χέρια, ένα βουητό στ’ αυτιά και σε πιάνει κάτι σαν κλαυσίγελος; Δεν ξέρεις αν είναι κωμικό ή τραγικό εκείνο που βιώνεις. Κι όχι δεν μιλάω για έρωτες. Αυτοί ακόμη αργούν.

Είναι η τελευταία φορά που σου γράφω από αυτό το γραφείο. Το εγκαταλείπω. Εσένα όμως ποτέ. Έχουμε να μοιραστούμε πολλά μαζί ακόμη…

 

Υ.Γ συγνώμη για τα αναπάντητα mail και σχόλια. Χάνομαι για να ξαναβρεθώ.  Θα σας καλοπιάσω μ’ ένα τραγούδι του Μπικάκη.

(μακάρι να’ξερα πώς να το βάλω να παίζει κιόλας)

                                                                                                                                                                                                          

Αχ τώρα π’ αλλάξαν οι καιροί κι οι χρόνοι περασμένοι,
πες μου αν θυμάσαι τα παλιά που’ μαστε αγαπημένοι.
Τα πρώτα καρδιοχτύπια μας,τα κοπελίστικά μας,
αχ που πρωτοσαϊτεψε έρωτας την καρδιά μας.

Κι είχαμε μόνο ένα καημό,πότε θ’ ανταμωθούμε,
εις τα κρυφά να σμίξομε τα πάθη μας να πούμε.
Όμορφα χρόνια ξέγνοιαστα χωρίς καημούς και πάθη,
μοναδικό μας βάσανο ήτονε η αγάπη.

Και γράφαμε το σ’αγαπώ στα περπατήματά μας,
στα δέντρα το σκαλίζαμε μαζί με τ’όνομά μας.
Κι όταν σε πρωτοφίλησα που μου’πες φοβισμένα,
πως μ’αγαπάς και πεθυμάς να ζήσεις με τα’ μένα.

Και ξεκινήσαμε μαζί τσ’αγάπης τα τερτίπια,
έρωτες,γέλια και χαρές,λαχτάρες,καρδιοχτύπια.
Οφού……κι όμως αλλάζουν οι καιροί,
αλλάζουν κι οι ανθρώποι.

Κι αποξεχνιούνται κι οι φιλιές κι οι έρωτες οι πρώτοι,
κι εμείς εξεχωρίσαμε και γίναμε δυό ξένοι.
Κι έμεινε η αγάπη μας,
στο χρόνο ξεχασμένη…

 

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ

:)

 

 

Einmal ist keinmal

(ή αλλιώς, δύο εκδοχές περιγραφής των διακοπών μου)

paradeisos.jpg

Ι

Όταν ξεκινούν οι διακοπές σου κι έχεις κανονίσει να πας στην Τήλο, την Χαλκιδική και τη Σαμοθράκη, όμως τσακώνεσαι με τον ξενοδόχο λίγες μέρες πριν φύγεις για Δωδεκάνησα ή σου ληστεύουν το σπίτι ενώ έχεις μόλις φτάσει Θεσσαλονίκη…

Όταν φτάνεις στον Πλαταμώνα και την Αγία Άννα χωρίς να έχεις κάνει κράτηση, πιστεύοντας ότι σίγουρα θα βρεις ένα δίκλινο αλλά τελικά δεν υπάρχει ούτε ράντσο, με αποτέλεσμα να γυρνοβολάς σαν την άδικη κατάρα για ώρες, μ’ έναν Βάγιο κι έναν Σταύρο ως από μηχανής θεούς να σε ξελασπώνουν…

Όταν πηγαίνεις κολυμπώντας στο νησάκι της Ερεσού μεταμεσο