
Ξάφνου, τα τηλέφωνα σταμάτησαν να χτυπάνε, η φωνή κάποιου που έλεγε κάθε 4.12 δευτερόλεπτα το όνομά μου έπαψε να κάνει αντίλαλο και μπόρεσα επιτέλους να συντονιστώ με Ντέρτι εφ εμ , ν΄ανοίξω την κουρτίνα και να χαζέψω τη θέα του Υμηττού.
Ακούγοντας τα ‘απωθημένα’ του Κοντολάζου, σκέφτομαι πως επιτέλους αυτή τη βδομάδα μετά από μία μίνι σύσκεψη απεφασίσθη η προσωρινή παύση λειτουργίας του δακρυγόνου αδένα και η αύξηση κύκλου εργασιών στον ιδρωτοποιό. Πιλάτες, γιόγκα, γιοτζιλάτες, κικ μπόξινγ, α ου, ντο και ντο, τα πάντα όλα εν σαρκί και δερματίδι και πάσι τοις μέλεσι του ανθρώπου τούτου. Τούμπανο πρότζεκτ προς υλοποίηση, άνοιξη γαρ, εποχή αναγέννησης, ανανέωσης, αναβάθμισης, ανασυγκρότησης, ανάπλασης, αναπτέρωσης, αναζήτησης, ανασκουμπώματος, ανασκαφών, ανά, κατά, διά.
Απρίλης λοιπόν, το πρώτο μπάνιο το έχω ήδη κάνει, τα μάλλινα τα κρύψαμε, τις εκδρομές του Μάη τις κλείσαμε και τις ξοφλήσαμε, οι πεταLAZίτσες ψάχνουν τους πεταLAZίτσους τους, τη φωτογραφία του μπαμπά μου τη βλέπω πια χωρίς να κλαίω αλλά χαμογελώντας, η επιστροφή στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, όπως και το καθιερωμένο Μπωτέ την Κυριακή που είχε καιρό να προκύψει λόγω χειμερίας νάρκης.
Τα πράγματα δεν έρχονται βέβαια όπως τα σχεδιάζουμε. Τη Δευτέρα έφαγα τη δεύτερη σαβούρδα μου στο στεπ κατά τη διάρκεια ενός απίστευτα κουραστικού αερόμπικ και την Τρίτη στο πιλάτες κι ενώ ήμουν ξαπλωμένη πάνω στο στρώμα πρέπει να κοιμήθηκα για κάνα δίλεπτο όσο αυτός έλεγε ενεργοποιήστε το κέντρο σας και πάρτε ανάσες. Είδα και όνειρο, ναι πρόλαβα κι είδα και όνειρο. Ότι έτρωγα με τον Καραμανλή και ήταν λέει μέθυσος και έπινε να ξεχάσει. Γουατέβα.
Λοιπόν δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σήμερα, ήθελα να σου γράψω για τα παραμύθια, όχι αυτά που αρχίζουν ή τελειώνουν με το ‘ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα’ αλλά αυτά που τρώγονται και μάλιστα δεν χωνεύονται με τίποτα. Προσοχή , φάε φρίκη, φάε προγκ, φάε κίνηση, φάε ταλαιπωρία, φάε κλήση, φάε φάβα, για τον θεό! μη! μη φας παραμύθι, τ’ ακούς!
Το βαρέθηκα το ντέρτι, άνοιξα το γιου τιουμπ. Λοιπόν, πάμε στα χρόνια της αναζήτησης και της απορίας μετά το λύκειο, τι. Κάνε κλικ να έχεις ήχο και εικόνα: Σουξέ εποχής και προσωπική έμπνευση για τότε λουκ μου. Δεν μπορώ ν’ αφήσω ασχολίαστο το βίντεο κλιπ, όχι.
Η Ντέπυ ξυπνάει με αϊλάινερ, μέηκ απ, περίγραμμα χειλιών και μαλλί κομμωτηρίου. Φοράει λευκά εσώρουχα και κοιμάται μπρούμυτα χωρίς να της έχουν τρέξει σάλια ή να έχει μουτζουρώσει το άσπρο μαξιλάρι. Μέσα στον ύπνο της (μπορεί κι εκείνη να έβλεπε τον τότε πρωθυπουργό και να ξενέρωσε) απλώνει το χέρι και ψάχνει τριγύρω της. Βασικά δεν είναι άπλωμα χεριού αυτό μαντάμ Μαλέα αλλά λαβή κανονική, αν τον είχες δίπλα σου θα του έδινες μία στα παϊδια και θα σου έριχνε καμια ξανάστροφη να ανακατευτούν τα φρύδια σου.
Πουθενά ο λεβέντης της και παλαβώνει. Μέσα στον πανικό της και με αφορμή τα γεγονότα στην επαρχία Αμπρούτσο της Ιταλίας σκέφτεται ότι μπορεί να του πήγε ζουμί του Ντέμη με τους σεισμούς και να κρύφτηκε κάτω από το στρώμα, μπα ούτε κι εκεί. Κοιτάζει τριγύρω προβληματισμένη, μα που, μα πώς, μα πότε. Στριφογυρίζει, βρίζει, τον ψάχνει στα δωμάτια, ξεκινάει να του τηλεφωνήσει αλλά το μετανιώνει.
Έτσι ξαφνικά, από το πουθενά, ολοσδιόλου, αναπάντεχα κι άουτ οφ δε μπλου, η Ντέπυ αρχίζει και γουστάρει που είναι μόνη. Αρχίζει να χορεύει, να χοροπηδάει, να κάνει ψαλιδάκια στο στρώμα μέχρι που μπαίνει στο μπάνιο όπου αντί να ξεβρωμίζεται, ξεδιψάει με νερό βρύσης.
Φοράει την πετσέτα της, παίρνει τηλέφωνο μία φίλη της και της εξηγεί το πώς και το γιατί. Βρίσκει το πορτοφόλι του παληκαριού και το πετάει από το μπαλκόνι σε μία πράξη αλτρουισμού και κοινωνικής μέριμνας. Τότε κάποιος της χτυπάει την πόρτα μα μάλλον ήταν ο βοριάς. Δεν πτοείται, τρώει το πρωινό της, συγκεκριμένα ανανά ακαθάριστο και τσιμπάει ένα απίδι.
Κάνει βουτιά στο στενό της τζιν, αυτοκαμαρώνεται, λέει στον καθρέφτη ‘φτου σου κοπελάρα μου και τίποτα άλλο δεν σου λέω’ και όξω από την πόρτα. Αφού χαιρετήσει όλους τους εμπόρους της γειτονιάς της και κάνουν λόγο στα γρήγορα για την οικονομική κρίση και το σκάνδαλο Παυλίδη, βουτάει ένα μήλο από τον κυρ Νώντα τον μανάβη ανερυθρίαστα και συνεχίζει την τσάρκα της.
Χωρίς να το πλύνει το δαγκάνει, με πιθανό τον κίνδυνο της τοξοπλάσμωσης ή του εχινόκοκκου και σαν να μην έφτανε αυτό, μετά από λίγο κι αφού συγκρουστεί μετωπικά, το δίνει σαν άλλη Εύα στον τύπο που όλοι θυμόμαστε πως μπαλαμούτιασε την Αναστασία όταν εκείνη παράτησε και πατέρα Μηνά Χατζησάββα και γιο Άλκη Κούρκουλο για να πάει να κάνει καριέρα στη Ρώμη. Του στέλνει χαιρετίσματα, με μήλο δαγκωμένο κι ανάμεσα στη δαγκασιά, του ‘χει φιλί βαλμένο.
Ωραίος τρόπος πεσίματος αυτός. Για νεους και για νιές. Μη μείνει καμία μασέλα πάνω στο φρούτο. Περπατάς στα στενά κι έχεις καβατζώσει το φρούτο. Δεν φοράς λίπστικ, δεν φτάνει που το χεις άπλυτο, μην έχει πάνω και κάνα ροδομπορδοκόκκινο σημάδι. Μόλις δεις τον λεγάμενο, κάνεις ζουμ και ψήνεσαι, πέτα του το μήλο.
Είναι ένας ωραίος τρόπος να δείξεις τις προθέσεις σου. Πετάς το πορτοφόλι του ενός στους απόρους και το μήλο στη μούρη του άλλου. Καθαρές δουλειές. Βέβαια μπορείς και να το φας μόνη σου και να συνεχίσεις το περπάτημα. Το μήλο φάτο, το παραμύθι όχι λέμε.
Σύρμα, ήρθε ο μπος. Τα λεμε σύντομα.
Μμμμμμμμμμμμμάκια…